Cocculus indicus
από Timothy F. Allen — Εγκυκλοπαίδεια της καθαρής Materia Medica
Ιστορική πηγή αναφοράς για επαγγελματίες και φοιτητές. Οι παρακάτω δηλώσεις αντικατοπτρίζουν την ομοιοπαθητική διδασκαλία του αναφερόμενου συγγραφέα και δεν τεκμηριώνουν την αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Το παρόν κείμενο δεν αποτελεί ιατρική συμβουλή και δεν πρέπει να υποκαθιστά την κατάλληλη διάγνωση ή φροντίδα.
Anamirta Cocculus, Wight and Arnott (Menispernum cocculus, Linn., Cocculus Indicus).
Φυσική τάξη, Menispermaceæ.
Παρασκευή, βάμμα των κονιοποιημένων σπόρων.
Πηγές.
1, Hahnemann, R. A. M. L., 1, 160· 2, Baehr, ibid.· 3, Flüming, ibid.· 4, Gross, ibid.· 5, Haynel, ibid.· 6, Hornburg, ibid.· 7, Langhammer, ibid.· 8, Hartlaub και Trinks, ibid.· 9, Wohle, ibid.· 10, Amatus Lusitanus, Cur. Med. Cent., iv, Cur., 79, δηλητηρίαση ενός άνδρα από 4 γραμμάρια, ibid.· 11, Hill, Hist. of Mat. Med., γενική περιγραφή, ibid.· 12, Rumpfig, Herb. Amboia, v., 7, 18, γενική αναφορά, ibid.· 13, Berridge, ένας ασθενής έλαβε μία δόση της 200ής, N. Y. J. of Hom., 2, 460 (ένα σύμπτωμα)· 14, Berridge, επίδραση της 30ής διαλύσεως, N. Am. J. of Hom., N. S., 3, 501 (ένα σύμπτωμα)· 15, Schöller, Œst. Woch., 1843, ένα δωδεκάχρονο αγόρι έλαβε 2 σκρούπλα (Fr. Mag., 1, 717)· 16, Thompson, επιδράσεις από την εφαρμογή εγχύματος σε πορίγο του τριχωτού της κεφαλής, Med. Examiner, 1852· 17, Della Sudda, Gaz. Méd. d'Orient., 1859 (N. Z., 102, 168), επιδράσεις εγχύματος που λήφθηκε για αιμορροΐδες· 18, Dutzmann, N. Z. f. H. Kl., 14, 136, μια εξηντάχρονη γυναίκα έφαγε μερικούς καρπούς· 19, Poma, Gaz. Lomb. (Hirschel's Kl., 1871), ένας νεαρός άνδρας έλαβε κάποια ποσότητα με πρόθεση να αυτοκτονήσει.
ΨΥΧΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
- Συναισθηματική κατάσταση.
- Ακατανίκητη τάση να τραγουδά και να λέει «τρα λα»· ένα είδος μανίας, 1.
- Κλάμα, 1.
- Εύθυμος και ικανοποιημένος, 7. [Θεραπευτική δράση. -Hahnemann.]
- Ύστερα από λίγες ώρες έγινε ζωηρός και χωρατατζής, 6.
- Παιχνιδιάρης, ικανοποιημένος, χαρούμενος· έγινε πνευματώδης και χωρατατζής, 1. [Εν μέρει θεραπευτική δράση. -Hahnemann.]
- Σοβαρός και ελάχιστα ανήσυχος για τη δική του υγεία· ανησυχεί πολύ για την ασθένεια των άλλων, 1.
- Εξαιρετικά σοβαρός, και κατόπιν ξεσπά σε παράπονα, 1.
- Αποθαρρυμένος, 1.
- Συνεχείς θλιβερές σκέψεις, σαν να είχε υποστεί προσβολή, 3. [10.]
- Είναι απορροφημένη στις πιο θλιβερές σκέψεις και οι προσβολές εισχωρούν βαθιά στην καρδιά της, 1.
- Οι σκέψεις της στρέφονται σε ένα δυσάρεστο αντικείμενο· είναι απορροφημένη στον εαυτό της και δεν αντιλαμβάνεται τίποτε γύρω της, 1.
- Απελπισμένη διάθεση, 1.
- «Anxietas», 10.
- Ανησυχία, 1· (μετά από έξι ώρες και την τρίτη ημέρα), 15.
- Ανησυχία για το αν μπορεί να θεραπευτεί μια ελαφρά ενόχληση, το πρωί, 1.
- Ανησυχία, σαν να είχε διαπράξει μεγάλο έγκλημα, 1.
- Μεγάλη ανησυχία, σαν να είχε κάνει κάποιο κακό (μετά από είκοσι εννέα ώρες), 7.
- Τρομακτική ανησυχία, σαν σε όνειρο, η οποία εμπόδιζε κάθε προσπάθεια να κοιμηθεί, 1.
- Αιφνίδια υπερβολική ανησυχία, 1. [20.]
- Υποχονδρία, ιδίως το απόγευμα, 1.
- Κατακλύστηκε από τον πιο τρομακτικό φόβο, ο οποίος αυξανόταν κάθε δευτερόλεπτο (λίγο αργότερα), 15.
- Υπερβολική ευαισθησία (μετά από είκοσι τέσσερις ώρες), 1.
- Πολύ ευαίσθητη διάθεση· τα πάντα τον στενοχωρούν, 1.
- Υπερβολική ψυχική ευερεθιστότητα· και η παραμικρή ασήμαντη αφορμή τον προσβάλλει, 5.
- Εξαιρετικά επιρρεπής στο να προσβάλλεται· και η παραμικρή ασήμαντη αφορμή την προσβάλλει (μετά από μία ώρα), 1.
- Προσβάλλεται με την παραμικρή περίσταση, συχνά μέχρι δακρύων, με σύσπαση των κορών· μετά το κλάμα, απώλεια της όρεξης, 1.
- Επηρεάζεται και προσβάλλεται πολύ από μικρές στρεψοδικίες και αναλήθειες των άλλων, 1.
- Τα πάντα τον θυμώνουν και τον κάνουν δύστροπο, 1.
- Θυμώνει εύκολα και εκλαμβάνει τα πάντα αρνητικά (μετά από είκοσι τέσσερις ώρες), 4. [30.]
- Μεγάλη δυσαρέσκεια με τον εαυτό του, 6.
- Δεν έχει καμία επιθυμία και δεν βρίσκει ευχαρίστηση σε τίποτε, 3.
- Καμία ευχαρίστηση σε οτιδήποτε, καμία επιθυμία για τίποτε, 1.
- Ο χρόνος περνά υπερβολικά γρήγορα· αρκετές ώρες φαίνονται τόσο σύντομες όσο μία ώρα, 4.
- Καμία επιθυμία για εργασία, 1.
- Αφηρημένος (απώλεια μνήμης)· ξεχνά εύκολα αυτό που μόλις είχε σκεφτεί, 4.
- Κάθεται βυθισμένη σε σκέψεις, 1.
- Άλαλος σαν αποβλακωμένος (μετά από έξι ώρες), 15.
- Αποχαυνωμένος (μετά από έξι ώρες), 15.
- Ακατανίκητη αποχαύνωση σαν από ύπνο, ενώ είναι ξύπνιος (coma vigil), 1.
ΚΕΦΑΛΗ
- Σύγχυση και ίλιγγος. [40.]
- Σύγχυση και αποχαύνωση της κεφαλής (τρίτη ημέρα), 15.
- Σύγχυση της κεφαλής το πρωί· βόμβος μέσα της, όπως ύστερα από κραιπάλη το προηγούμενο βράδυ, 1.
- Σύγχυση της κεφαλής, η οποία επιδεινώνεται περισσότερο με το φαγητό και το ποτό, 1.
- Τάση προς ίλιγγο (όγδοη ημέρα), 5.
- Ίλιγγος (τρίτη ημέρα), 15.
- Ίλιγγος που διαρκεί έξι ώρες, 1.
- Ίλιγγος σαν από μέθη, με αμβλύτητα στο μέτωπο, σαν να υπήρχε μια σανίδα εγκάρσια στο κεφάλι, 4.
- Προσβολή ιλίγγου σαν από μέθη (ενώ καθόταν, μετά από μία ώρα και τρία τέταρτα), 7.
- Περιστροφικός ίλιγγος όταν ανασηκώνεται στο κρεβάτι, με τάση προς έμετο, που τον ανάγκασε να ξαπλώσει πάλι, 1.
- Κεφαλή γενικά.
- Σπασμωδικό τρέμουλο της κεφαλής, 1. [50.]
- Βάρος στην κεφαλή, 5.
- Βάρος και σύγχυση της κεφαλής, όπως ύστερα από μέθη την προηγούμενη ημέρα, 1.
- Αμβλύτητα στην κεφαλή, 1.
- Αμβλύτητα στην κεφαλή, με ψυχρό ιδρώτα στο μέτωπο και στην κεφαλή και με αποστροφή προς τροφή και ποτό, 1.
- Αμβλύτητα και σύγχυση της κεφαλής, που επιδεινώνονται με την ανάγνωση, ώστε αναγκαζόταν συχνά να σταματά για να κατανοήσει αυτό που διάβαζε, 5.
- Μεγάλη τάση για ύπνο, αλλά μόλις έκλεινε τα μάτια του αναγκαζόταν να τα ανοίξει εξαιτίας μιας εξαιρετικά τρομακτικής αίσθησης στον εγκέφαλο, σαν εκείνη που προκαλούν τα πιο φρικτά όνειρα (μετά από έξι ώρες), 15.
- Κεφαλαλγία, με τάση προς έμετο, σαν να είχε λάβει εμετικό, 1.
- Κεφαλαλγία, σαν να ήταν συσφιγμένος ο εγκέφαλος, 1.
- Κεφαλαλγία αποτελούμενη από σύσφιξη, καύσο, σχιστικό πόνο, αίσθημα σκαψίματος και αίσθημα τρυπήματος, 1.
- Αίσθηση σαν να είχε τυλιχθεί ο εγκέφαλος ή να είχε συμπιεστεί σε μικρότερο όγκο, 14. [60.]
- Αίσθηση σαν να είχαν τραβηχτεί και τεντωθεί σφιχτά τα νεύρα στην κεφαλή (μετά από τρεις ημέρες), 13.
- Η κεφαλή πονά σαν να ήταν δεμένη, 1.
- Του φαινόταν σαν ο εγκέφαλός του να ήταν δεμένος με μια ταινία (μετά από έξι ώρες), 15.
- Ισχυρή πίεση διαμέσου ολόκληρης της κεφαλής, κυρίως στο μέτωπο, η οποία επιδεινώνεται με την ανάγνωση ή τη σκέψη, μέχρι σημείου απώλειας των ιδεών (μετά από εξήντα ώρες), 1.
- Ισχυρή πίεση προς τα κάτω σε ολόκληρη την κεφαλή, ιδίως στο μέτωπο, που επιδεινώνεται με το βάδισμα (μετά από έξι ώρες και μισή), 7.
- Πιεστική κεφαλαλγία, σαν να συμπιεζόταν ο εγκέφαλος (μετά από πέντε ώρες), 7.
- Αίσθηση σαν να βρισκόταν κάτι βαρύ επάνω στην κεφαλή, αν και χωρίς πόνο, 9.
- (Επώδυνος κραδασμός του εγκεφάλου κατά το βάδισμα, την κίνηση της κεφαλής ή την ομιλία), 1.
- Η σκέψη επηρεάζει πολύ την κεφαλή, 5.
- Μέτωπο.
- Αμβλεία συμπίεση του δεξιού ημίσεος του μετώπου, 7. [70.]
- Αμβλεία, κυματοειδής συμπίεση στο αριστερό ήμισυ του μετώπου, 4.
- Πιεστική κεφαλαλγία στο μέτωπο, 9.
- Σχιστική-σφύζουσα κεφαλαλγία στο μέτωπο, από τις 7 έως τις 9 P.M. (μετά από τριάντα οκτώ ώρες), 1.
- Διαλείποντα, διατρητικά νύγματα σαν από βελόνα στη δεξιά πλευρά του μετώπου, 7.
- Συχνές προσβολές κεφαλαλγίας σε ένα μικρό σημείο του αριστερού μετωπιαίου ογκώματος, που διαρκούν αρκετά λεπτά και αρχικά συνίστανται σε μανιώδεις, σφύζοντες, νυγμώδεις πόνους, οι οποίοι κατόπιν επεκτείνονται ως αίσθημα ερπυσμού προς το δεξιό μετωπιαίο όγκωμα και μετατρέπονται σε λεπτά νύγματα με αίσθημα ερπυσμού στους κροτάφους, 1.
- Κεφαλαλγία, σαν κάτι να έκλεινε βίαια τα μάτια, 1.
- Ισχυρό νύγμα στην κεφαλή πάνω από το δεξί μάτι (μετά από δώδεκα ώρες), 1.
- Κεφαλαλγία, σαν να επρόκειτο να ξεριζωθούν τα μάτια, 1.
- Κρόταφοι.
- Πόνος σαν κράμπα στον αριστερό κροταφίτη μυ (μετά από μία ώρα και μισή), 7.
- Πίεση προς τα μέσα στον δεξιό κρόταφο, σαν ένα αμβλύ όργανο να πιεζόταν αργά και βαθιά μέσα στον εγκέφαλο, 4. [80.]
- Πίεση προς τα μέσα στον αριστερό κρόταφο, 4.
- Κεφαλαλγία στους κροτάφους, σαν η κεφαλή να βιδωνόταν προς τα μέσα, 1.
- Λεπτά νύγματα σαν από βελόνα στον αριστερό κρόταφο (μετά από έξι ώρες), 7.
- Κορυφή.
- Πιεστική κεφαλαλγία στην κορυφή της κεφαλής (μετά από δέκα ώρες), 6.
- Βρεγματικές χώρες.
- Αρκετά νύγματα στη δεξιά πλευρά του εγκεφάλου (μετά από είκοσι τέσσερις ώρες), 1.
- Ινίο.
- Αίσθηση στην αριστερή πλευρά του ινίου, σαν να τραβούσαν τις τρίχες προς τα πάνω, 4.
ΟΦΘΑΛΜΟΣ
- Αντικειμενικά.
- Κυανοί δακτύλιοι γύρω από τα μάτια, 2.
- (Οίδημα του ενός ματιού και του μισού της μύτης, το πρωί, έπειτα από έντονη κεφαλαλγία καθ' όλη τη νύχτα), 1.
- Μάτια στραμμένα προς τα πάνω (τρίτη ημέρα), 15.
- Υποκειμενικά.
- Πίεση και στα δύο μάτια, σαν να υπήρχε σκόνη μέσα τους (μετά από επτά ώρες), 7. [90.]
- Πιεστικός πόνος στα μάτια, με αδυναμία διάνοιξης των βλεφάρων τη νύχτα, 1.
- Νύγματα στα μάτια, από μέσα προς τα έξω (μετά από είκοσι τέσσερις ώρες), 1.
- Πόνος σαν από μώλωπα στα μάτια, με αδυναμία διάνοιξης των βλεφάρων, τη νύχτα (μετά από πέντε ώρες), 1.
- Κόγχος.
- Αμβλεία πίεση στο εξωτερικό χείλος του οφθαλμικού κόγχου (αμέσως), 4.
- Βλέφαρα.
- Ξηρότητα των βλεφάρων, 1.
- Κόρη.
- Συνεσταλμένες κόρες (μετά από πέντε ώρες), 7.
- Οι κόρες συνεσταλμένες στην ελάχιστη διάμετρό τους· καθώς ο σπασμός υποχωρούσε, οι κόρες διαστέλλονταν στη μέγιστη έκτασή τους και συστέλλονταν πάλι όταν επανερχόταν ο σπασμός. Με άγγιγμα των βλεφάρων μπορούσε να προκληθεί κατά βούληση ο σπασμός (μετά από μισή ώρα), 16.
- Όραση.
- Θάμβος της όρασης, 1.
- Σκοτεινές κηλίδες και αντικείμενα σαν μύγες αιωρούνται μπροστά στα μάτια, σαν να επρόκειτο να επέλθει αμαύρωση, 1.
- Ένα μαύρο αντικείμενο μπροστά στα μάτια· όταν στρέφεται, στρέφεται μαζί της, ωστόσο έβλεπε τα πάντα καθαρά, 1.
ΑΥΤΙ. [100.]
- (Θερμότητα στο εξωτερικό και στο εσωτερικό του δεξιού αυτιού, το πρωί, στο κρεβάτι), 1.
- Κάτι φαίνεται να πέφτει μπροστά από το δεξί αυτί, σαν να άκουγε με δυσκολία, 1.
- Αίσθηση, εναλλάξ στα αυτιά, σαν να ήταν βουλωμένα και κωφά, 1.
- Βουητό στα αυτιά, όπως όταν ακούει κανείς μέσα από σωλήνα, 6.
- Ήχος στα αυτιά, σαν το βουητό νερού που ορμά, με δυσκολία στην ακοή (μετά από μία ώρα), 1.
ΜΥΤΗ
- Αντικειμενικά.
- Οίδημα του δεξιού ημίσεος της μύτης, 1.
- Πταρμός, 1, 4, 9.
- Ενώ βάδιζε στον ανοικτό αέρα, άρχισε να πταρνίζεται, 1.
- Έντονη κόρυζα καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας, 7.
- Έντονη κόρυζα επί τέσσερις ημέρες, 1. [110.]
- (Αποβάλλει με φύσημα αιματηρή βλέννα από τη μύτη), 1.
- Πόνος στο ρουθούνι, στην πρόσθια γωνία του άκρου της μύτης, ιδίως κατά την επαφή, 1.
- Πόνος σαν από έλκος στο αριστερό ρουθούνι, χωρίς κνησμό, 1.
ΠΡΟΣΩΠΟ
- Έκφραση άκαμπτη και ευερέθιστη (μετά από έξι ώρες), 15.
- Όψη γαιώδης, με έκφραση έντονου πόνου (τρίτη ημέρα), 15.*
- Κυάνωση του προσώπου (μετά από μιάμιση ώρα), 18.
- Παρειές.
- Ερυθρότητα των παρειών, με θερμότητα στο πρόσωπο , χωρίς δίψα, σε πολύ κρύο δωμάτιο, 6.*
- Κράμπα στο ζυγωματικό, στους μασητήριους μυς (μετά από δύο ώρες), 1.
- Αίσθηση πίεσης, περισσότερο μουδιάσματος παρά πόνου, στο αριστερό ζυγωματικό, 4.
- Κάτω γνάθος.
- Πόνοι σαν κράμπα στους μασητήριους μυς, ακόμη και πριν ανοίξει τις γνάθους, οι οποίοι όμως επιδεινώνονται με το άνοιγμά τους (μετά από τρεις ώρες), 1. [120.]
- Πόνος με σπαρακτική και σκαπτική αίσθηση στην κάτω γνάθο, 1.
ΣΤΟΜΑ
- Δόντια.
- Τα μπροστινά δόντια φαίνονταν σαν να είχαν ανασηκωθεί και τόσο βαριά, ώστε φαινόταν σαν να επρόκειτο να πέσουν, 2.
- Ένα τερηδονισμένο δόντι φαίνεται επιμηκυμένο όταν μασά ακόμη και μαλακή τροφή, σαν να ήταν εντελώς χαλαρό, αλλά δεν πονά όταν σφίγγει τα δόντια μεταξύ τους χωρίς να τρώει, 1.
- Αίσθηση δαγκώματος στους άνω και κάτω οπίσθιους οδόντες, σαν μετά από χρήση μεγάλης ποσότητας αλατιού· προκαλεί δυσάρεστη αίσθηση όταν σφίγγει τα δόντια μεταξύ τους, 9.
- Ούλα.
- (Το ούλο είναι ευαίσθητο και επώδυνο σαν ερεθισμένο), 1.
- Γλώσσα.
- Γλώσσα με λευκό επίχρισμα και ξηρή στα χείλη της (τρίτη ημέρα), 15.*
- Ξηρότητα της γλώσσας, με υπόλευκο-κίτρινο επίχρισμα, χωρίς δίψα (μετά από ένα τέταρτο της ώρας), 9.*
- Τραχιά γλώσσα το πρωί, 1.
- Αν προβάλλει τη γλώσσα πολύ έξω, πονά στο οπίσθιο μέρος, σαν να είχε χτυπηθεί, 4.
- Στόμα γενικά.
- Ολόκληρο το στόμα γέμισε άφθες, οι οποίες γρήγορα έγιναν γαγγραινώδεις, με αποτέλεσμα τα μαλακά μόρια του στόματος σύντομα να καταστραφούν και τα δόντια να πέσουν (έβδομη ημέρα), 15. [130.]
- Ξηρότητα του στόματος , τη νύχτα, χωρίς δίψα, 1.*
- Αίσθηση ξηρότητας στο στόμα, με αφρώδες σάλιο και μεγάλη δίψα, 2.
- Αίσθηση σαν να συγκεντρωνόταν νερό στο στόμα, για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς τάση προς έμετο, 5.
- Αίσθηση σαν να αναδιδόταν οσμή από το στόμα (μετά από έξι ώρες), 1.
- Κάψιμο στην υπερώα, 1.
- Σάλιο.
- Συγκεντρώνεται νερό στο στόμα, χωρίς ναυτία (μετά από μιάμιση ώρα), 5.
- Γεύση.
- Γεύση στο στόμα σαν να είχε μείνει νηστικός για μεγάλο χρονικό διάστημα, 1.
- Γλοιώδης γεύση στο στόμα, αν και η τροφή έχει φυσιολογική γεύση, 9.
- Μεταλλική γεύση στη ρίζα της γλώσσας, 1.*
- *Μεταλλική γεύση, με απώλεια της όρεξης, 4. [140.]
- Χάλκινη γεύση στο στόμα, 1.
- Ξινή γεύση στο στόμα κατά τον βήχα, 2.
- Ξινή γεύση στο στόμα μετά το φαγητό, 4.
- Πικρή γεύση (τρίτη ημέρα), 15.
- Πικρή γεύση οπίσθια, στη ρίζα της γλώσσας, 1.*
- Αηδιαστική γεύση στο στόμα (λίγο αργότερα), 15.
- Η τροφή δεν έχει φυσιολογική γεύση· φαίνεται άψητη και ανάλατη, 2.
- Ο καπνός έχει πικρή γεύση κατά το κάπνισμα (μετά από δύο ώρες), 1, 6.
- Ομιλία.
- (Όταν μιλά, αισθάνεται ένα είδος σύσπασης του στόματος και αναγκάζεται να μιλά αργά), 1.
ΛΑΙΜΟΣ
- Αντικειμενικά.
- Οι καρωτίδες σφύζουν βίαια (τρίτη ημέρα), 15. [150.]
- Ένα είδος παράλυσης του λαιμού· ο οισοφάγος φαίνεται να μην επιτρέπει την κατάποση, 1.
- Ξηρότητα του λαιμού, 1.
- Ξηρότητα του λαιμού, με αίσθηση θερμότητας στον φάρυγγα και στο στομάχι (μετά από δύο ώρες), 1.
- Ξηρότητα στο άνω και οπίσθιο μέρος του λαιμού, σαν να ήταν απογυμνωμένο και ερεθισμένο, και τραχύτητα της γλώσσας, 1.
- Πόνος στο άνω μέρος του λαιμού, με αίσθηση διόγκωσης στη ρίζα της γλώσσας, η οποία καθιστά την κατάποση επώδυνη, 1.
- Κάψιμο στον λαιμό και στο στομάχι, το οποίο κατόπιν εξαπλώνεται σε ολόκληρη την κοιλιά (λίγο αργότερα), 15.
- Κάψιμο σαν φωτιά στον λαιμό, που εκτείνεται στην υπερώα, μαζί με τρεμούλιασμα γύρω από το κεφάλι, το βράδυ, 1.
- *Αίσθηση στο κοίλωμα στη βάση του λαιμού, σαν κάτι να ανέκοπτε την αναπνοή· συσφίγγει τον λαιμό, 8.
- Ένα είδος πνιγηρής σύσπασης στο άνω μέρος του λαιμού, που παρεμποδίζει την αναπνοή και προκαλεί βήχα (μετά από μία ώρα), 1.*
- Μεγάλη ευαισθησία στο εσωτερικό του λαιμού· κάθε τροφή φαίνεται τόσο οξεία και καυστική, σαν να είχε υπερβολικά αλατιστεί ή πιπερωθεί, 2. [160.]
- Αίσθηση απόξεσης στον λαιμό, η οποία εξαφανίζεται με την κατάποση, 8.
- Αμυγδαλές.
- Πιεστικός πόνος στις αμυγδαλές, πολύ χειρότερος κατά την κατάποση σάλιου παρά κατά την κατάποση τροφής, 1.
- Ισθμός του φάρυγγα.
- Ξηρότητα και τραχύτητα στον ισθμό του φάρυγγα και στον λαιμό, ιδιαίτερα αισθητές κατά την κατάποση, χωρίς δίψα (μετά από δύο ώρες), 7.
- Εξωτερική περιοχή του λαιμού.
- Ανώδυνοι, διογκωμένοι αδένες κάτω από τη γνάθο (μετά από οκτώ ώρες), 7.
- Διογκωμένοι, σκληροί αδένες κάτω από την κάτω γνάθο, με οζίδια στο αντιβράχιο, τα οποία πονάνε αν περάσει κανείς το χέρι από πάνω τους, 1.
- Διόγκωση των παρωτίδων, 1.
ΣΤΟΜΑΧΟΣ
- Όρεξη.
- Αίσθηση πείνας στο επιγάστριο, που ελαττώνεται ελάχιστα με το φαγητό, σχεδόν ολόκληρη την ημέρα, 5.
- Απώλεια της όρεξης· η τροφή δεν έχει γεύση, 1.
- Αποστροφή προς το φαγητό και το ποτό, 1.
- Η εντονότατη απροθυμία για κάθε τροφή και ποτό (μετά από έξι ώρες), 15. [170.]
- *Ακραία αποστροφή προς την τροφή, ακόμη και η οσμή της τροφής την προκαλεί, παρά την πείνα, 2.
- Αποστρέφεται τα ξινά· το ψωμί έχει ξινή γεύση (μετά από τρεις ώρες), 1.
- Καμία επιθυμία για πρωινό· αισθάνεται πλήρης, 1.
- Δίψα.
- Μεγάλη δίψα συνεχώς, αλλά ιδιαίτερα μετά το φαγητό, 2.
- Άσβεστη δίψα (τρίτη ημέρα), 15.
- Δίψα για κρύα ποτά, ιδίως για μπίρα, 1.
- Ερυγές και λόξυγκας.
- Ερυγές με μπαγιάτικο, δυσάρεστο αέρα (μετά από οκτώ ώρες), 1.
- Ερυγές με τη γεύση της τροφής (μετά από δεκαοκτώ ώρες), 1.
- Κενές ερυγές, οι οποίες αφήνουν πικρή γεύση στο στόμα και στον λαιμό (μετά από είκοσι τέσσερις ώρες), 1.
- Συχνές κενές ερυγές (μετά από τρεισήμισι ώρες), 7. [180.]
- Δύσοσμες ερυγές , κατά το διάστημα πριν από το μεσημέρι, 1.*
- Πικρές ερυγές (μετά από ένα τέταρτο της ώρας), 5.*
- Πολύ πικρές ερυγές, αμέσως, 5.
- Οξείες ερυγές που προκαλούν αίσθηση απόξεσης, ιδιαίτερα το βράδυ, 8.
- Προσπάθειες για ερυγή, με ατελείς, άκαρπες ερυγές, αντί των οποίων εμφανίζεται λόξυγκας , που διαρκεί μία ώρα (μετά από τρεις ώρες), 1.*
- Τάση για λόξυγκα, 1.*
- Λόξυγκας (αμέσως), 10 ; (μετά από ένα όγδοο της ώρας), 1 ; (μετά από δέκα λεπτά), 6.
- Ναυτία και έμετος.
- Ναυτία, αμέσως, 10, 11.
- Ναυτία, που εκτείνεται από τη δεξιά πλευρά της κοιλιάς προς τον ομφαλό, χωρίς τάση προς έμετο· αμέσως, 4.
- Ναυτία το απόγευμα μετά από κάθε ποτό· φαίνεται να εντοπίζεται κυρίως στο στόμα, 1.* [190.]
- Ναυτία κατά το φαγητό, 1.
- Ναυτία, σαν μετά από υπερφόρτωση του στομάχου, 6.
- Ναυτία που φθάνει ακόμη και σε έμετο κατά το κάπνισμα, στο οποίο ήταν συνηθισμένος (μετά από τέσσερις ώρες), 7.
- *Ασυνήθιστη ναυτία και τάση προς έμετο, ενώ επέβαινε σε άμαξα, 1.
- Αν κρύωνε ή κρυολογούσε, παρουσίαζε ναυτία, η οποία προκαλούσε άφθονη συσσώρευση σάλιου, 1.*
- *Το πρωί μετά βίας μπορεί να σηκωθεί λόγω της ναυτίας και της τάσης προς έμετο (μετά από σαράντα οκτώ ώρες), 1.
- Τάση προς έμετο (μετά από έξι ώρες), 15.
- Τάση προς έμετο, συνδεόμενη με κεφαλαλγία και πόνο στα έντερα σαν να ήταν μωλωπισμένα (μετά από μισή ώρα), 1.*
- Συχνή τάση προς έμετο (μετά από αρκετές ώρες), 1.
- Επιθυμία για έμετο, 6. [200.]
- (Έμετος προς τα μεσάνυχτα, με επεισόδια ασφυξίας· έκανε έμετο τροφή και βλέννη, με πικρή και ξινή γεύση στον λαιμό), 1.
- Υπερβολικός έμετος, 17.
- Συχνός έμετος λεπτόρρευστου, πρασινωπού υγρού (τρίτη ημέρα), 15.
- Έκανε έμετο δέκα φορές, χωρίς ανακούφιση (λίγο αργότερα), 15.
- Στόμαχος.
- Αίσθηση στο στομάχι σαν να μην είχε φάει για μεγάλο χρονικό διάστημα και η πείνα να είχε παρέλθει, 1.
- Αίσθηση σαν να κινούνταν ένα σκουλήκι στο στομάχι, 2.*
- Πόνος κάτω από το στομάχι αμέσως μετά το φαγητό, 1.*
- Οι προσπάθειες για ερυγή προκαλούν πόνο στο στομάχι (μετά από μισή ώρα), 1.
- Πόνος στο επιγάστριο με κάθε ερυγή, σαν να είχε δεχθεί χτύπημα ή να είχε μωλωπιστεί, 1.
- Συσφιγκτικός πόνος στο στομάχι , που εμποδίζει τον ύπνο, 1.* [210.]
- Κράμπα στο στομάχι· αίσθηση τσιμπήματος στο στομάχι, 1.*
- Κράμπα και τάση στο επιγάστριο κατά τη βάδιση, 1.
- Βίαιη κράμπα στο στομάχι, με συστροφικό πόνο, 1.*
- Πίεση στο επιγάστριο, 6.
- Πίεση στο επιγάστριο, η οποία παρεμποδίζει την αναπνοή (μετά από μία ώρα), 1.
- Πίεση στο στομάχι μετά το φαγητό, 6.
- Πιεστικός πόνος στο στομάχι, στο επιγάστριο και στο υποχόνδριο, αρκετές ώρες μετά από γεύμα ή τη νύχτα στο κρεβάτι, 1.
- Πόνος στο επιγάστριο, σχεδόν σαν νυγμός, κατά τις ερυγές, 3.
- Νυγμώδης και διαβρωτική αίσθηση κάτω από το επιγάστριο, 4.
- Το στομάχι εξαιρετικά επώδυνο στην αφή (τρίτη ημέρα), 15. [220.]
- Γουργούρισμα κάτω από (μέσα στο) επιγάστριο, 4.
ΚΟΙΛΙΑ
- Υποχόνδρια.
- Πόνος στα υποχόνδρια, σαν από μώλωπα (μετά από δώδεκα ώρες), 1.
- Υπερβολικά πιεστικός πόνος κάτω από τις τελευταίες γνήσιες πλευρές της δεξιάς πλευράς, που επιδεινώνεται με την κάμψη του σώματος προς τα εμπρός, τον βήχα ή την εισπνοή, αλλά όχι με την εξωτερική πίεση, 1.
- Ομφαλική χώρα.
- Διαλείποντες αμβλείς νυγμοί στην αριστερή πλευρά κοντά στον ομφαλό, 4.
- Λεπτά τσιμπήματα στη δεξιά πλευρά πάνω από τον ομφαλό, 4.
- Γενικά στην κοιλία.
- *Μεγάλη διάταση της κοιλίας, 1.
- Ολόκληρη η κοιλία διατεταμένη, θερμή και υπερβολικά επώδυνη (τρίτη ημέρα), 15.
- *Υπερβολικά διατεταμένη κοιλία (έβδομη ημέρα), 15.
- Ενοχλήσεις από αέρια λίγο μετά το δείπνο· τα αέρια μετακινούνται εδώ κι εκεί στα έντερα και αποβάλλονται με δυσκολία (μετά από πέντε ώρες), 1.
- Τα αέρια πιέζουν προς τα επάνω, 1. [230.]
- Αποβολή θερμών αερίων πριν από τη διάρροια, 4.
- Φαίνεται σαν η κοιλία να ήταν άδεια και κενή, σαν να μην είχε έντερα, 2.
- Κάψιμο στην κοιλία, 1.
- Συσφιγκτικός πόνος σαν τσίμπημα στην άνω κοιλία μετά το φαγητό, ο οποίος επεκτείνεται στην αριστερή πλευρά της κοιλίας και του θώρακα (μετά από εκατό ώρες), 1.*
- Τσίμπημα στην κοιλία (μετά από τρία τέταρτα της ώρας), 6.
- Πόνος σαν τσίμπημα στους αριστερούς κοιλιακούς μυς, 9.
- *Σφιγκτικός κωλικοειδής πόνος στην άνω κοιλία (επιγάστριο), που κόβει την ανάσα, 1.
- Πόνος σαν τράβηγμα στα έντερα, 1.
- Πίεση στην άνω κοιλία, 1.
- Συνεχής νυγμός στη δεξιά πλευρά της κοιλίας, 5. [240.]
- Νυγμοί σε διάφορα σημεία της κοιλίας, μόνο κατά το σκύψιμο (μετά από δεκαπέντε ώρες), 5.
- Αρκετοί νυγμοί διαπερνούν την κοιλία προς το κάτω μέρος της πλάτης, το πρωί, στο κρεβάτι, 1.
- Αρκετοί νυγμοί σαν από βελόνα στην αριστερή πλευρά της κοιλίας, 9.
- Πόνος σαν σχίσιμο στα έντερα, 1.
- Έντονος κωλικός μετά το μεσημεριανό, κατά το βάδισμα, με αίσθημα ψύχρας και ίλιγγο (όγδοη ημέρα), 5.
- *Κωλικός από αέρια γύρω στα μεσάνυχτα· ξύπνησε από την αδιάκοπη συσσώρευση αερίων, η οποία διέτεινε την κοιλία προκαλώντας πιεστικό πόνο εδώ κι εκεί· αποβλήθηκαν ορισμένα αέρια χωρίς αξιοσημείωτη ανακούφιση, ενώ νέα αέρια συγκεντρώνονταν διαρκώς επί αρκετές ώρες· ήταν αναγκασμένος να ξαπλώνει πότε στη μία πλευρά και πότε στην άλλη για να ανακουφιστεί (μετά από είκοσι ώρες), 1.
- Υπογάστριο.
- Ακουστός βορβορυγμός στην κάτω κοιλία, 5.
- Συσφιγκτικός πόνος στην κάτω κοιλία, με πίεση προς τα γεννητικά όργανα, μαζί με ανακατωσούρα στο επιγάστριο και τάση για υδαρή αναγωγή, 1.
- Πόνος σαν τράβηγμα στην κάτω κοιλία, από τη δεξιά προς την αριστερή πλευρά (μετά από τέσσερις ημέρες), 5.
- Πόνος σαν κόψιμο στην κάτω κοιλία, που επεκτείνεται στην άνω κοιλία και ανακουφίζεται με την ορθοστασία, 5. [250.]
- Εσωτερικά, όλα στις βουβωνικές χώρες φαίνονται γεμάτα και υπερβολικά παχιά, σαν να ήταν παραγεμισμένα· μόνο σε καθεμία από τις δύο πλευρές, όχι μπροστά· όταν κάνει βήμα προς τα εμπρός, φαίνεται σαν αυτό το πάχος να ωθείται ταυτόχρονα προς τα εμπρός και σαν όλα να διαλύονταν (μετά από λίγες ώρες), 8.*
- Πόνος σαν τράβηγμα στις βουβωνικές χώρες, σαν από εμμηνόρροια, 8.
- Συνεχής νυγμός στη δεξιά βουβωνική χώρα, 5.
- Παραλυτικός πόνος στον δεξιό κοιλιακό δακτύλιο, σαν κάτι να επρόκειτο να περάσει πιέζοντας προς τα έξω· πόνος σαν από κήλη, μόνο ενώ κάθεται, που ανακουφίζεται όταν σηκώνεται, 4.*
- Τάση και προειδοποιητικά σημεία κήλης (μετά από οκτώ ώρες), 1.
- Ο αριστερός κοιλιακός δακτύλιος διαστέλλεται, μια κήλη τείνει να προβάλει, με πονεμένη ευαισθησία (μετά από δεκατέσσερις ώρες), 1.
- *Επώδυνη τάση για κήλη, ιδίως αφού σηκωθεί από την καθιστή θέση, 4.
ΟΡΘΟ ΚΑΙ ΠΡΩΚΤΟΣ
- Ορθό.
- Αίσθημα ερπυσμού και κνησμός στο ορθό, σαν από ασκαρίδες, 5.
- Έντονη τάση στο ορθό μετά από κένωση, που προκαλεί ακόμη και τάση λιποθυμίας, 1.
- Πρωκτός.
- Συσπαστικός πόνος στον πρωκτό, που εμποδίζει το κάθισμα, το απόγευμα (μετά από είκοσι ώρες), 1.* [260.]
- Καυστικός κνησμός στον πρωκτό, 1.
- Τάση για κένωση.
- Τάση για κένωση, με διάρροια δυσάρεστης οσμής, 4.
- Ταυτόχρονη τάση για κένωση και αποβολή αερίων, ακολουθούμενη από διαρροϊκές κενώσεις, σε σύντομα διαστήματα, σε μικρές ποσότητες, αιφνίδια, με αποβολή αερίων, 4.
- Άκαρπη τάση για κένωση, με δυσκοιλιότητα επί τρεις ημέρες· την τέταρτη ημέρα, σκληρή κένωση που πραγματοποιείται μόνο με δυσκολία, 5.
- Επιθυμία για κένωση στο ορθό· λείπει η περισταλτική κίνηση στην άνω κοιλία, με αποτέλεσμα η κένωση να καθυστερεί τριάντα έξι ώρες (μετά από μισή ώρα), 9.
ΚΕΝΩΣΕΙΣ
- Διάρροια.
- Εναλλαγές διάρροιας, εμέτου, ληθάργου και παραληρήματος (έβδομη ημέρα), 15.
- Συχνές μικρές κενώσεις (μετά από λίγες ώρες), 1.
- Συχνές, λευκωποκίτρινες και αραιόρρευστες κενώσεις (τρίτη ημέρα), 15.*
- Μαλακές κενώσεις καθημερινά (μετά από μισή ώρα), 1.
- (Βλεννώδεις κενώσεις), 1. [270.]
- Πολύ σαπρώδη κόπρανα (έβδομη ημέρα), 15.
- (Πολύ ανοιχτόχρωμη, ωχρή κένωση καθημερινά), 1.
- Μαλακή, αραιή κένωση (μετά από μία ώρα), 6.
- Δυσκοιλιότητα.
- Δυσκοιλιότητα επί αρκετές ημέρες, 1.
- Σκληρή κένωση, που πραγματοποιείται με μεγάλη δυσκολία, μόνο κάθε δεύτερη ημέρα, 1.
ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ
- Ουρήθρα.
- Πόνος στην ουρήθρα κατά την τάση για ούρηση, 6.
- Διατατικός-πιεστικός πόνος στο στόμιο της ουρήθρας, όταν δεν ουρεί (μετά από μία ώρα), 1.
- Νυγμώδης πόνος στην ουρήθρα (μετά από δώδεκα ώρες), 1.
- Αίσθημα νυγμού και κνησμού στο πρόσθιο τμήμα της ουρήθρας (μετά από δεκατρείς ώρες), 9.
- Συχνή τάση για ούρηση επί ένα τέταρτο της ώρας, με αποβολή πολύ μικρής ποσότητας ούρων, επί τριάντα ώρες (μετά από τέσσερις ώρες), 7.
- Ούρηση. [280.]
- (Απέβαλλε πολύ μεγάλη ποσότητα υδαρών ούρων σε σύντομα διαστήματα· η τάση για ούρηση ανανεωνόταν διαρκώς εξαιτίας αισθήματος πληρότητας στην ουροδόχο κύστη), 4.
- (Κατακράτηση ούρων επί δέκα λεπτά), 1.
- Ούρα.
- Ούρα ερυθρά, χωρίς ίζημα (τρίτη ημέρα), 15.
- Υδαρή ούρα (μετά από δυόμισι ώρες), 1.
ΓΕΝΝΗΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ
- Άρρεν.
- Γεννητικά όργανα χαλαρά τη νύχτα, με την ακροποσθία τραβηγμένη πίσω από τη βάλανο (μετά από δώδεκα ώρες), 1.
- Διέγερση στα γεννητικά όργανα, με επιθυμία για συνουσία, 1.
- Αυξημένη ευαισθησία των γεννητικών οργάνων, 3.
- Νυγμώδης πόνος στο άκρο της ακροποσθίας, 1.
- Κνησμός με κάψιμο στο όσχεο, 5.
- Πόνος σαν τράβηγμα στους όρχεις, 1. [290.]
- Νυγμώδης πόνος στον έναν όρχι, 1.
- Έντονος πόνος και στους δύο όρχεις, σαν να ήταν μελανιασμένοι, ιδίως κατά την αφή (μετά την τρίτη ημέρα), 5.
- Νυκτερινές εκσπερματίσεις (μετά από έξι ώρες), 1.
- Θήλυ.
- (Μητρορραγία), 1.
- Λευκόρροια, 1.
- *Εμμηνόρροια επτά ημέρες νωρίτερα, με διάταση της κοιλίας και πόνο σαν κόψιμο και σύσπαση στην κοιλία με κάθε κίνηση και κάθε αναπνοή· μαζί με σύσπαση του ορθού (μετά από σαράντα οκτώ ώρες), 1.
- Εμμηνόρροια οκτώ ημέρες νωρίτερα, με διάταση της κοιλίας και πόνο στην άνω περιοχή της κοιλίας, όχι μόνο με κάθε κίνηση (κάθε σκύψιμο ήταν επώδυνο), αλλά και ενώ καθόταν, σαν τα εσωτερικά μέρη να υπέφεραν από την οξεία πίεση μιας πέτρας· τα μέρη είναι επώδυνα κατά την εξωτερική αφή , σαν να υπήρχε εσωτερικό έλκος, 1.*
- Εμμηνόρροια, η οποία απουσίαζε επί ένα έτος, επανεμφανίστηκε (σε δύο περιπτώσεις), 8.
ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ
- Λάρυγγας.
- Παχύρρευστη βλέννα κρέμεται στον λάρυγγα και τον αναγκάζει να βήχει κοφτά και ξηρά και να καθαρίζει τον λαιμό του, 1.
- Ερεθισμός προς βήχα, πολύ ψηλά στον λάρυγγα, 1. [300.]
- Ερεθισμός προς βήχα στο οπίσθιο τμήμα του λάρυγγα, το βράδυ, στο κρεβάτι· ο βήχας εκδηλωνόταν πάντοτε σε σύντομες παροξύνσεις, 1.
- Βήχας.
- Βήχας με μεγάλη προσπάθεια, λόγω σφιξίματος στον θώρακα, το οποίο εμφανίζεται μόνο κατά τον βήχα (μετά από σαράντα οκτώ ώρες), 3.
- Ξυπνούσε από βήχα κάθε τέταρτη νύχτα, γύρω στις 12 ή γύρω στις 2 η ώρα (τεταρταία προσβολή), με ξηρότητα του στόματος· κατά τον βήχα, ο λαιμός δεν φαίνεται αρκετά ευρύς, 1.
- Αναπνοή.
- Συριγμώδης-ρογχώδης αναπνοή, που απειλεί με ασφυξία, ιδίως κατά την εισπνοή· εναλλάσσεται με πολύ αργή αναπνοή, κατά διαστήματα σχεδόν ανεσταλμένη· μαζί με αυτό, το πρόσωπο είναι διογκωμένο όπως στην αποπληξία, 1.
- Πολύ γρήγορη αναπνοή (τρίτη ημέρα), 15.
- Ταχεία και δύσκολη αναπνοή (μετά από μιάμιση ώρα), 18.
- Αίσθημα ασφυξίας, που κόβει την αναπνοή και συστέλλει τις αεροφόρες οδούς· προκαλούσε σχεδόν διαρκώς βήχα, 1.
- Δύσπνοια και δυσχερής αναπνοή, 6.
- Δεν έχει ανάσα· πρέπει διαρκώς να παίρνει σύντομη ανάσα, 8.
ΘΩΡΑΚΑΣ
- Πίεση στον θώρακα κατά την ερυγή, 1. [310.]
- Σφίξιμο στον θώρακα , ιδίως στο άνω μέρος του στέρνου, που εμποδίζει την αναπνοή (μετά από τέσσερις ώρες), 1.*
- Νυγμοί μέσα στον θώρακα, ρυθμικοί με τον σφυγμό, ενώ καθόταν· αδιάλειπτοι επί ένα τέταρτο της ώρας, 2.
- Λεπτοί νυγμοί και στις δύο θηλές (μετά από μισή ώρα), 1.
- (Αίσθημα γδαρσίματος και πονεμένης ευαισθησίας στον θώρακα), 11.
- Η μεγαλόφωνη ανάγνωση επιβαρύνει τον θώρακα, ώστε δεν μπορεί να συνεχίσει να διαβάζει χωρίς μεγάλη προσπάθεια, 5.
- Πρόσθια επιφάνεια.
- Αιφνίδια πίεση επάνω στο στέρνο, σαν να το έσπρωχνε κάποιος με τη γροθιά, 6.
- Πόνος στο μέσο του στέρνου, σαν από πίεση με αμβλύ όργανο, 4.
- Πιεστικός πόνος στο μέσο του στέρνου, με άγχος, ακολουθούμενος από νυγμώδη πόνο στο στέρνο (μετά από τρεις ώρες), 1.
- Λεπτός νυγμώδης πόνος στο στέρνο κατά το βάδισμα (μετά από σαράντα οκτώ ώρες), 1.
- Διαλείποντες αμβλείς νυγμοί στις δεξιές νόθες πλευρές, μπροστά, 4.
- Πλάγια. [320.]
- Ακουστός βορβορυγμός, σαν να προερχόταν από την αριστερή πλευρά του θώρακα, σαν από κενότητα, ιδιαίτερα αισθητός κατά το βάδισμα (μετά από τρεις ώρες), 7.
- Αίσθημα τάσης και σύσφιξης στη δεξιά πλευρά του θώρακα, που εμποδίζει την αναπνοή (μετά από μισή ώρα), 1.
- Πόνος σαν τράβηγμα στο πλάγιο μέρος προς την πλάτη κατά την ομιλία, το βάδισμα ή το σκύψιμο· ενώ ήταν ξαπλωμένος, γινόταν τράβηγμα, χειρότερο για λίγα λεπτά· έπειτα έπαυε εντελώς, 1.
- Κατά την κάμψη του σώματος προς τη δεξιά πλευρά, ενώ καθόταν ή στεκόταν, αμβλύς πόνος σαν τράβηγμα στη δεξιά πλευρά του θώρακα, που συνεχιζόταν όσο παρέμενε σκυμμένος, 5.
- Λεπτοί νυγμώδεις πόνοι κατά επεισόδια στην αριστερή πλευρά του θώρακα, κατά την εισπνοή, 3.
- Νυγμοί στη δεξιά πλευρά (μετά από μία ώρα), 1.
- Νυγμοί στην αριστερή πλευρά (μετά από τρεις ώρες), 1.
- Μερικοί νυγμοί στη δεξιά πλευρά του θώρακα (μετά από δύο ώρες), 6.
- Μερικοί νυγμοί στην αριστερή πλευρά του θώρακα, στο επιγάστριο, το βράδυ (μετά από είκοσι τέσσερις ώρες), 1.
- Εξαιρετικά έντονος νυγμός που διαπερνά τον αριστερό θώρακα προς την πλάτη, κατά το βάδισμα, 5.
ΚΑΡΔΙΑ ΚΑΙ ΣΦΥΓΜΟΣ. [330.]
- Αίσθημα παλμών, 1.*
- Πολύ γρήγορος σφυγμός (τρίτη ημέρα), 15.
- Σφυγμός μικρός, αλλά φυσιολογικής συχνότητας (μετά από έξι ώρες), 15.
- Ο σφυγμός δεν είναι ταχύτερος, αλλά είναι πολύ μικρός και σκληρός, 1.
ΑΥΧΕΝΑΣ ΚΑΙ ΡΑΧΗ
- Αυχένας.
- *Αδυναμία των αυχενικών μυών, με βάρος στο κεφάλι, επί αρκετές ημέρες· οι αυχενικοί μύες φαίνονται ανίκανοι να στηρίξουν το κεφάλι· αναγκάζεται να ακουμπά το κεφάλι πότε εδώ και πότε εκεί· ακόμη και οι μύες πονούν· ανακουφίζεται περισσότερο όταν γέρνει προς τα πίσω, 5.
- Πόνος με δυσκαμψία στους αυχενικούς μύες, κατά την κίνηση του αυχένα και κατά το χασμουρητό, 4.*
- Επώδυνος κριγμός στους αυχενικούς σπονδύλους, κατά την κίνηση του κεφαλιού, 1.
- Παραλυτικό τράβηγμα στην πλάγια επιφάνεια του αυχένα και σε άλλα σημεία· κατά διαστήματα σχεδόν σαν διαλείπουσα παραλυτική πίεση, 4.
- Νυγμώδης πόνος στον αυχένα, κατά την κίνηση του κεφαλιού προς τα εμπρός και προς τα πίσω, 5.
- Λεπτοί νυγμοί στα εξωτερικά τμήματα του αυχένα (μετά μία ώρα), 1. [340.]
- Λεπτοί νυγμοί εξωτερικά στη δεξιά πλευρά του αυχένα, 5.
- Σφύζοντες νυγμοί εξωτερικά, στην αριστερή πλευρά του αυχένα, 5.
- Ράχη.
- Τρόμος στη ράχη, 1.*
- Κατά την ορθοστασία, πόνος στη ράχη, σαν να είχε καταπονηθεί υπερβολικά ή να είχε ζοριστεί (μετά δώδεκα ώρες), 1.
- Κατά την κίνηση των ώμων, ολόκληρη η ράχη γινόταν δύσκαμπτη και επώδυνη, 4.
- Πόνοι στη ράχη σαν από τρύπημα με τρυπάνι, 1.
- Πόνος στη σπονδυλική στήλη, σαν να επρόκειτο να σπάσει, 1.
- Πιεστικός πόνος στη ράχη, ιδίως στην αριστερή πλευρά, ενώ κάθεται (μετά πέντε ώρες), 7.
- Παραλυτικός πιεστικός πόνος στην οσφυϊκή χώρα, 4. [350.]
- Διαπεραστικός πόνος στις αρθρώσεις των θωρακικών και όλων των σπονδύλων, σαν να είχαν υποστεί διάστρεμμα ή να είχαν συσπαστεί σπασμωδικά, ιδίως κατά την κίνηση (μετά είκοσι ώρες), 1.
- Πόνοι στη ράχη σαν σχίσιμο, 1.
- Θωρακική μοίρα.
- Διαλείπων, πιεστικός, παραλυτικός πόνος κάτω από την αριστερή ωμοπλάτη, κατά την ανάπαυση, 4.
- Πόνοι με τράβηγμα ακριβώς κάτω από την αριστερή ωμοπλάτη, κατά την ορθοστασία και την κατάκλιση, εντονότεροι το πρωί (μετά έξι ώρες), 3.
- Πίεση στις ωμοπλάτες και στον αυχένα, 1.*
- Νυγμοί στις ωμοπλάτες, που εκτείνονται από τη δεξιά προς την αριστερή, 1.
- Αίσθημα σχισίματος ανάμεσα στους ώμους και στη σπονδυλική στήλη, το βράδυ, πριν ξαπλώσει (μετά τριάντα έξι ώρες), 1.
- Οσφυϊκή μοίρα.
- Πόνος στη μέση, σαν από μώλωπα, που δεν επιδεινώνεται με την αφή, 1.
- Παραλυτικός πόνος στη μέση , σαν από κινητική ανικανότητα, 1.*
- Παραλυτικός πόνος στη μέση, με σπασμωδικό τράβηγμα κατά μήκος των ισχίων, το οποίο εμποδίζει τη βάδιση, με αγχώδη, φοβισμένη διάθεση, 1.* [360.]
- Οξεία, ισχυρή πίεση στην οσφύ και στη νεφρική χώρα, το πρωί, ενώ είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι, η οποία εξαφανίζεται μετά την έγερση, 1.
ΑΚΡΑ ΓΕΝΙΚΑ
- Αντικειμενικά.
- Τρόμος όλων των άκρων, 1.*
- Τρόμος σε όλα τα άκρα, πάντοτε με αίσθημα ψύχρας, το οποίο δεν εξαφανίζεται ακόμη και σε ζεστό δωμάτιο, ιδίως το βράδυ, 3.*
- Επώδυνη δυσκαμψία στις αρθρώσεις (μετά οκτώ ώρες), 1.
- Επώδυνη δυσκαμψία όλων των αρθρώσεων, πότε στα χέρια και στα δάκτυλα και πότε στα γόνατα και στις ποδοκνημικές αρθρώσεις, επί δύο ημέρες (μετά είκοσι τέσσερις ώρες), 3.
- Τα άκρα παρουσίασαν παραλυτική αδυναμία και δυσκαμψία, με πόνους σαν τράβηγμα στα οστά και στη ράχη, 15.
- Παραλυτική ακινησία των άκρων (μετά είκοσι τέσσερις ώρες), 1.
- Παραλυτική ακινησία των άκρων, με πόνους σαν τράβηγμα, με αίσθηση ότι εντοπίζονται στα οστά, 1.
- Επώδυνη αδυναμία κίνησης στα άνω και κάτω άκρα· μετά βίας μπορούσε να σηκωθεί από το κάθισμά της, με απώλεια δυνάμεων, 4.*
- Κριγμός στις αρθρώσεις, 1. [370.]
- Κριγμός στις αρθρώσεις κατά τη βάδιση, 6.
- Υποκειμενικά.
- Τα άκρα φαίνονται παράλυτα, 1.
- *Πότε μουδιάζουν τα πόδια και πότε τα χέρια, εναλλάξ· πολύ παροδικά επεισόδια, 1.
- Τόσο μεγάλο βάρος στα άκρα και τόσο μεγάλη αδυναμία σε ολόκληρο το σώμα, στις 9 A.M., ώστε δεν μπορούσε να αντισταθεί στον ύπνο· επί αρκετές ημέρες την ίδια ώρα, 2.
- Πόνοι στο εσωτερικό των άκρων, που επιδεινώνονται με την αφή και την εξωτερική πίεση (μετά είκοσι τέσσερις ώρες), 1.
- Πόνοι στα άκρα σαν βαθύ σκάψιμο μέσα στα οστά, 4.
- Πόνος στα άκρα κατά την κίνηση, σαν να επρόκειτο να συνθλιβούν ή να σπάσουν, 1.
- Έντονα αισθητό παραλυτικό τράβηγμα, συνεχές και κατά επεισόδια, εδώ και εκεί στα άκρα, σαν να εντοπιζόταν στα οστά, 4.
- Πόνος σαν τράβηγμα στα άκρα και στους κοιλιακούς μυς, σαν μετά από κρυολόγημα, 1.
- Πόνος σαν τράβηγμα στα άκρα της αριστερής πλευράς, 1. [380.]
- Ένας ελαφρός θόρυβος διατρέχει απότομα όλα του τα άκρα, 1.
- Οι μύες των άκρων είναι επώδυνοι στην αφή (μετά είκοσι τέσσερις ώρες), 1.
ΑΝΩ ΑΚΡΑ
- Αντικειμενικά.
- Σπασμοί των βραχιόνων, με σύγκλειση του αντίχειρα μέσα στη γροθιά, 1.
- Υποκειμενικά.
- Τα άνω άκρα είναι μουδιασμένα, με αίσθημα σαν να έρπει κάτι, 6.*
- Αίσθηση στα άνω άκρα σαν να είναι μουδιασμένα και παράλυτα, κατά τη διάρκεια και μετά από γεύμα (μετά τρεις ώρες), 1.
- Κατά επεισόδια καυστικός πόνος στον αριστερό βραχίονα, 1.
- Ο βραχίονας πονά με αμβλύ πόνο ενώ τρώει· είναι πολύ βαρύς και κουρασμένος όταν επιχειρεί να τον σηκώσει, 1.
- Ο βραχίονας πάνω στον οποίο ξαπλώνει στο κρεβάτι πονά σαν να είχε χτυπηθεί, 4.
- Έντονα αισθητός παραλυτικός πόνος κατά τη βίαιη κίνηση του βραχίονα, σαν τα οστά να είχαν διαχωριστεί με χτυπήματα, 4.
- Ώμος.
- Υπερβολικός πόνος σαν τράβηγμα στα οστά του ώμου και του βραχίονα, κατά την ανύψωση του βραχίονα μετά το φαγητό· στην αφή τα μέρη είναι επώδυνα, σαν από μώλωπα ή χτύπημα, 1. [390.]
- Μερικοί νυγμοί στον ώμο και στους μυς του βραχίονα, κατά την ανάπαυση (μετά μία ώρα), 1.
- Πόνος με αίσθημα σπασίματος, σχισίματος και νυγμού στις αρθρώσεις του ώμου και του αγκώνα, καθώς και στα δάκτυλα των ποδιών και ανάμεσά τους, ανυπόφορος κατά την ανάπαυση, με αίσθημα βάρους· φοβάται να κινήσει τον βραχίονα, μολονότι ο πόνος ανακουφίζεται με την κίνηση (μετά πέντε ώρες), 1.
- Βραχίονας.
- Τινάγματα στους μυς του αριστερού βραχίονα, 5.
- Ορατά τινάγματα σαν σφυγμός στους μυς του δεξιού και του αριστερού βραχίονα, ακριβώς πάνω από τους αγκώνες, 5.
- Πόνος στον βραχίονα κατά την ανύψωσή του, σαν να είχε σπάσει στα δύο, 4.
- Τράβηγμα στο άνω τμήμα του βραχιονίου, με πόνο σαν από μώλωπα, 4.
- Νυγμοί στον δεξιό βραχίονα, 6.
- Διαλείποντες αμβλείς νυγμοί, σαν κρούσεις, στην έξω πλευρά του αριστερού βραχίονα, κάτω από την κεφαλή του, 4.
- Τα βραχιόνια ακριβώς πάνω από τους αγκώνες δίνουν αίσθηση σαν να έχουν χτυπηθεί και, κατά την κίνηση, πονούν σαν να είναι παράλυτα, 4.
- Πόνος σαν σκάψιμο (κυματοειδές τράβηγμα), σαν από μώλωπα, στο αριστερό βραχιόνιο, 4.
- Αγκώνας. [400.]
- Αιφνίδιος παραλυτικός πόνος στην καμπή του δεξιού αγκώνα, 4.
- Συνεχής νυγμός στον αριστερό αγκώνα (τέταρτη ημέρα), 5.
- Αντιβράχιο.
- Ένα είδος παράλυσης του άνω άκρου ενώ γράφει· μετά βίας μπορεί να κρατήσει την πένα του (μετά τέσσερις ώρες), 6.
- Το αντιβράχιο είναι μουδιασμένο, με αίσθηση σαν να ήταν πρησμένο το χέρι , με συσφιγκτικό πόνο στους μυς· τα δάκτυλα είναι ψυχρά, με εσωτερικό αίσθημα παγερού ψύχους (μετά τρεις ώρες), 1.*
- Πόνος στην κερκίδα σαν να είχε εξαρθρωθεί, κατά την ανάπαυση και την κίνηση, 1.
- Διαλείπουσα, πολύ έντονα αισθητή, σχεδόν σαν σχίσιμο, παραλυτική πίεση στους πρόσθιους μυς του αντιβραχίου, ιδίως κατά την ανάπαυση, 1.
- Πιεστικός πόνος στο δεξιό αντιβράχιο, 9.
- Νυγμώδης πόνος στην έξω πλευρά του αριστερού αντιβραχίου, που εκτείνεται στο μικρό δάκτυλο, 9.
- Χέρι.
- Ερυθρότητα του αριστερού χεριού, με τράβηγμα στο μέσο δάκτυλο (τέταρτη ημέρα), 5.
- *Το χέρι τρέμει ενώ τρώει, και όσο ψηλότερα σηκώνεται τόσο περισσότερο, 2. [410.]
- *Πότε το ένα χέρι και πότε το άλλο φαίνεται αναίσθητο και μουδιασμένο, 1.
- Πόνος σαν κράμπα στην έξω πλευρά του δεξιού χεριού και στους δείκτες, με κάποια θερμότητα του χεριού, 9.
- Δάκτυλα.
- Επώδυνες παραλυτικές τινάξεις που διατρέχουν τα δάκτυλα (έκτη ημέρα), 4.
- Σύσπαση των δακτύλων σαν κράμπα, 4.
- Πόνος σαν κράμπα στο δεξιό μικρό δάκτυλο, ενώ γράφει, 7.
- Πόνος στα δάκτυλα σαν σχίσιμο, σαν τρύπημα με τρυπάνι και με τράβηγμα, 1.
- Νυγμώδης πόνος σαν κράμπα, από πίσω προς τα εμπρός, στον δεξιό δείκτη, 9.
COCCULUS. ΚΑΤΩ ΑΚΡΑ
- Ισχίο.
- Τινάγματα στους μύες γύρω από τη δεξιά άρθρωση του ισχίου, 3.
- Κριγμός και επώδυνη αίσθηση στην αριστερή άρθρωση του ισχίου, κατά τη στροφή του μηρού, ιδιαίτερα αισθητά κατά τη βάδιση (μετά από είκοσι τέσσερις ώρες), 5.
- Διαλείπων, πιεστικός πόνος παραλυτικού τύπου στην αριστερή άρθρωση του ισχίου, 4. [420.]
- Πόνος σαν τρύπημα στην αριστερή άρθρωση του ισχίου, κατά την αφύπνιση (πέμπτη ημέρα), 5.
- Επανειλημμένοι νυγμοί στο έξω τμήμα της αριστερής άρθρωσης του ισχίου, 5.
- Μηρός.
- (Τρόμος των μηρών κατά το γονάτισμα), 1.
- Χωλότητα στον αριστερό μηρό, χειρότερη κατά την ανάπαυση, 9.
- Ο μηρός δίνει την αίσθηση ότι είναι παράλυτος και σαν από μώλωπα, 4.
- Αίσθημα παραλυτικής δυσκαμψίας διαπερνά κατά διαστήματα το αριστερό κάτω άκρο, από το μέσο του μηρού προς τα κάτω, 4.
- Συσφιγκτικό, όχι επώδυνο αίσθημα κατά μήκος των μηρών προς τα κάτω, με κατά διαστήματα αίσθηση σαν να επρόκειτο να γίνουν δύσκαμπτοι· η σύσφιξη κατέρχεται στους μύες της κνήμης, κάτω από την κοιλότητα του γόνατος, 4.
- Αν σηκώσει τον μηρό, πονά σαν να είχε σπάσει στα δύο, 4.
- Αίσθημα παραλυτικού τραβήγματος στους μηρούς, με αδυναμία στα γόνατα, σαν να επρόκειτο να χτυπήσουν το ένα στο άλλο, 4.
- Πόνος σαν τρύπημα στο οστό ολόκληρου του δεξιού μηρού, σύντομα, κατά τη βάδιση, 5. [430.]
- Βίαιοι, σφύζοντες νυγμοί στην έξω πλευρά του αριστερού μηρού, ενώ κάθεται, οι οποίοι προκαλούν ακούσια κίνηση, 5.
- Τσίμπημα στον δεξιό γλουτό, ενώ κάθεται· κατόπιν γίνεται σαν αμβλύ χτύπημα, 4.
- Αν στραφεί κυκλικά προς τα αριστερά, η έσω πλευρά του αριστερού μηρού πονά σαν από μώλωπα, 4.
- Οι μηροί πονούν σαν από μώλωπα, όταν αρχίζει να βαδίζει αφού έχει καθίσει, 4.
- Αν σηκώσει το κάτω άκρο ενώ κάθεται, οι μηροί πονούν με ευαισθησία, σαν από μώλωπα, 4.
- Διαλείπων, πιεστικός πόνος σαν από μώλωπα στο μέσο του αριστερού μηρού, 4.
- Γόνατο.
- Τα γόνατά του λυγίζουν από αδυναμία· παραπατά κατά τη βάδιση και κινδυνεύει να πέσει προς τη μία πλευρά, 1.
- Κριγμός των γονάτων κατά την κίνηση, αμέσως, 1.
- Μεγάλη κόπωση στα γόνατα, σαν έπειτα από μακρά βάδιση, που επανέρχεται συχνά, αμέσως, 9.
- Αίσθημα δυσκαμψίας που εκτείνεται από τον μηρό προς τα κάτω, πάνω από το γόνατο, 4. [440.]
- Αφόρητος πόνος σαν τράβηγμα στο γόνατο, αφού σηκωθεί έπειτα από καθιστή θέση, 1.
- Νυγμοί στα γόνατα, 1.
- Στο έξω τμήμα της αριστερής άρθρωσης του γόνατος, σταθερός νυγμός κατά τη βάδιση (έκτη ημέρα), 5.
- Έντονος νυγμός στην αριστερή άρθρωση του γόνατος (μετά από είκοσι επτά ώρες), 5.
- Πόνος με αίσθημα τραβήγματος και σχισίματος στην επιγονατίδα, 1.
- Κνήμη.
- Πόνος τάσης στις γάμπες, κατά την κίνηση, 1.
- Συσφιγκτικό αίσθημα στην έξω πλευρά της αριστερής κνήμης, περισσότερο σαν μούδιασμα παρά επώδυνο, 4.
- Αίσθηση κάτω από το αριστερό γόνατο σαν το κάτω άκρο να ήταν δεμένο υπερβολικά σφιχτά με καλτσοδέτα, 4.
- Κράμπα στις γάμπες, τη νύχτα, κατά την κάμψη των γονάτων, 5.
- Αμβλύς, κυματοειδής πόνος παραλυτικού τύπου προς τα κάτω, κατά μήκος της έξω πλευράς της αριστερής κνήμης, 4.
- Ποδοκνημική άρθρωση. [450.]
- Έντονος πόνος στην ποδοκνημική άρθρωση, σαν από διάστρεμμα, κατά την κίνηση, 1.
- Άκρος πόδας.
- Οίδημα των άκρων ποδών, το βράδυ, 1.
- Πόνοι σαν από τρύπημα με τρυπάνι στους άκρους πόδες, 1.
- Πόνοι σαν τράβηγμα στους άκρους πόδες, 1.
- Σχιστικοί πόνοι στους άκρους πόδες, 1.
- Πόνος σαν από μώλωπα στη ράχη του άκρου ποδός, κατά τη ραχιαία κάμψη και κατά την αφή (μετά από τρεις ώρες), 1.
- Τα πέλματα και των δύο άκρων ποδών μουδιάζουν, ενώ κάθεται, 4.
- Το πέλμα του αριστερού άκρου ποδός είναι μουδιασμένο, κατά τη βάδιση αφού έχει καθίσει, με τρυπήματα σε αυτό σαν από πολλές καρφίτσες, 4.
- Πόνος στο εσωτερικό της μίας πτέρνας, σαν να εντοπιζόταν στο οστό της πτέρνας, ακριβώς σαν από μώλωπα (μετά από μισή ώρα), 1.
- Δάκτυλα του ποδιού.
- Πόνος σαν τράβηγμα στα δεξιά δάκτυλα του ποδιού (μετά από τέσσερις ώρες), 6. [460.]
- Σχιστικός πόνος στο μεγάλο δάκτυλο, ακόμη και κατά την ανάπαυση, 1.
- Διαβρωτικός πόνος στα δάκτυλα του ποδιού (μετά από τρεις ώρες), 1.
- Πόνος στη μεταταρσιοφαλαγγική άρθρωση του μεγάλου δακτύλου, σαν να επρόκειτο να σχηματιστεί χιονίστρα ή δοθιήνας, με πόνο ακόμη και στην αφή, 1.
- Σχιστικά τινάγματα και σχιστικοί πόνοι σε έναν κατά τα άλλα ανώδυνο κάλο, το βράδυ, κατά την ανάπαυση, 1.
ΓΕΝΙΚΑ
- Αντικειμενικά.
- Αιμορραγίες, 12 . [Δεν βρέθηκε. -Hughes.]
- Ξαφνιάζεται εύκολα, 1.
- Συσπάσεις (παλμικά τινάγματα) διαφόρων τμημάτων των μυών, ιδίως των κάτω άκρων, σαν έπειτα από μακρά βάδιση, 4.
- Κλονικοί σπασμοί, αρχικά στα άνω άκρα· λίγο αργότερα γενικεύθηκαν, με αφρό από το στόμα (μετά από μιάμιση ώρα), 18.
- Τετανικοί σπασμοί (μετά από μισή ώρα), 16.
- Βίαιοι σπασμοί, ακολουθούμενοι από θάνατο, 17. [470.]
- Μία ή δύο ώρες αργότερα, άρχισαν έντονοι τονικοί και κλονικοί σπασμοί, με έντονες συστροφές και τινάγματα των άκρων και κίνδυνο ασφυξίας· τα δόντια, σφιγμένα από τρισμό, δάγκωναν την προτεταμένη γλώσσα· αιματηρός αφρός στεκόταν μπροστά στο στόμα και τη μύτη και αποβαλλόταν με κάθε εκπνοή. Ολόκληρο το σώμα βρισκόταν σε κατάσταση τετανικής δυσκαμψίας, η οποία εναλλασσόταν για λίγες στιγμές με σπασμωδικά τινάγματα, και ήταν καλυμμένο με ψυχρό ιδρώτα· οι κόρες ήταν διεσταλμένες, με απλανές βλέμμα· η συνείδηση χανόταν στιγμιαία· το τσίμπημα του δέρματος προκαλούσε αμέσως σπασμωδικά τινάγματα· ο σφυγμός ήταν φυσιολογικός, ούτε ταχύς ούτε διαταραγμένος ως προς τον ρυθμό του· οι παλμοί της καρδιάς ήταν ήρεμοι· ούτε έμετος ούτε διάρροια. Ο θάνατος έθεσε σύντομα τέλος στη σκηνή, 19.
- Ένα είδος επιληπτικής κρίσης· εισήλθε στο δωμάτιο με εύθυμη έκφραση και κάθισε, οπότε αισθάνθηκε σαν μεθυσμένος· έπειτα έμεινε σιωπηλός και κοίταζε επί πολλή ώρα ένα σημείο με απλανή έκφραση, χωρίς να απαντά σε ερωτήσεις· κατόπιν έπεσε αναίσθητος στο έδαφος, διπλώθηκε με ακατάληπτες κραυγές ah! au! au! brr! κ.λπ.· ούρησε ακούσια· τα άκρα, όπως και ολόκληρο το σώμα, καταλήφθηκαν σπασμωδικά από σπασμούς, τα χέρια σφίχτηκαν σπασμωδικά μεταξύ τους, με παροξυσμική ασφυκτική σύσφιξη στον λαιμό· το στόμα ήταν μισάνοιχτο, σαν να επρόκειτο να κάνει έμετο, με αφρό στο στόμα υπό μορφή φυσαλίδων· τα χέρια ήταν κρύα, το πρόσωπο καλυμμένο με ψυχρό ιδρώτα και σπασμωδικά παραμορφωμένο· τα μάτια ήταν υαλώδη· προεξείχαν· κατόπιν ανακάθισε, δεν απαντούσε όμως σε ερωτήσεις, αλλά έσφιγγε τα δόντια και κοίταζε επίμονα όσους του μιλούσαν· δεν επέτρεπε στους παρευρισκομένους να τον αγγίξουν, τους απωθούσε και πάλευε μαζί τους· το πρόσωπό του εξέφραζε βίαιη οργή· στο τέλος βογκούσε και θρηνούσε, ώσπου, έπειτα από ένα τέταρτο της ώρας, συνήλθε σταδιακά και ανέκτησε τις αισθήσεις του· ακολούθησε αποστροφή προς κάθε τροφή, ακόμη και προς εκείνη που συνήθως του ήταν πιο ευχάριστη (μετά από ένα τέταρτο της ώρας), 4.
- Νωθρότητα, με ολιγολογία, 1.
- Είναι άπραγη, δεν μπορεί να στρωθεί στη δουλειά της και δεν καταφέρνει τίποτε· με συνεσταλμένες κόρες (μετά από δώδεκα ώρες), 1.
- Έλλειψη ζωτικής ενέργειας, 1.
- Η παραμικρή κίνηση προκαλούσε απώλεια δυνάμεων· κάθε μικροπράγμα τον επηρέαζε, 1.
- Η παραμικρή απώλεια ύπνου προκαλούσε απώλεια δυνάμεων· αισθανόταν την έλλειψη κάθε ώρας ύπνου, 1.
- Αδυναμία, ιδίως ενώ κάθεται, 5.
- Μεγάλη αδυναμία, ώστε ήταν δύσκολο να σταθεί σταθερά, 5.
- Εξαιρετική αδυναμία, 1. [480.]
- Εξαιρετική αδυναμία κατά τη βάδιση, 5.
- Κρίσεις παραλυτικής αδυναμίας, με πόνο στη ράχη, 1.
- Πολύ μεγάλη αδυναμία έπειτα από σύντομη βάδιση, 1.
- Είναι τόσο αδύναμη ώστε αναγκάζεται να καθίσει κατά τη διάρκεια ελαφριάς εργασίας, την οποία συνήθως εκτελούσε όρθια, 2.
- Κατάπτωση και εξαντλητικός ιδρώτας σε ολόκληρο το σώμα, με την παραμικρή προσπάθεια (μετά από μία ώρα), 1.
- Ημιπληγία, αριστερά, 1.
- Αίσθημα λιποθυμίας, 11 . [Δεν βρέθηκε. -Hughes.]
- Αίσθημα λιποθυμίας κατά την κίνηση του σώματος, με σπασμωδική παραμόρφωση των μυών του προσώπου, 1.
- Έπεσε στο έδαφος, άρχισε να τρέμει και να κάνει έμετο και έχασε τις αισθήσεις της (μετά από μισή ώρα), 18.
- Ακίνητος (μετά από έξι ώρες), 15. [490.]
- Ανησυχία· διάθεση πολυπραγμοσύνης, 1.
- Μεγάλη ανησυχία (τρίτη ημέρα), 15.
- Υποκειμενικά.
- Δεν μπορεί να ανεχθεί διακοπή ή θόρυβο, 1.
- Φοβάται κάθε ξαφνικό θόρυβο, 1.
- Κάθε δυνατή λέξη τον ενοχλούσε (μετά από έξι ώρες), 15.
- Απώλεια αισθητικότητας και συνείδησης (μετά από μιάμιση ώρα), 18.
- Τάση να τρέμει (μετά από μία και έξι ώρες), 1.
- Τάση να ξαπλώσει, 1.
- Βάρος και απροθυμία να μιλήσει, το πρωί μετά την αφύπνιση, 6.
- (Προκάλεσε πόνους σαν τρύπημα και θερμότητα στους ψυχρούς διογκωμένους αδένες, τουλάχιστον όταν αγγίζονταν), 1. [500.]
- Αμβλείς, καυστικοί νυγμοί εδώ κι εκεί, 4.
- Αν τα προσβεβλημένα μέρη (προηγουμένως διογκωμένα και φλεγμαίνοντα) αγγιχθούν με τα δάκτυλα, εμφανίζονται σε αυτά λεπτοί νυγμοί, σαν να τα πίεζε με τις μύτες καρφιτσών, 1.
- (Προκάλεσε σχιστικούς πόνους σε διογκωμένους, σκληρούς αδένες), 1.
- Αποφεύγει τον υπαίθριο αέρα, 1.
ΔΕΡΜΑ
- Αντικειμενικά.
- Ξηρά εξανθήματα.
- Εξάνθημα από ερυθρές ακανόνιστες κηλίδες στο δέρμα, σαν να είχε χρωματιστεί με κόκκινο κρασί, σε ολόκληρο τον θώρακα, στα πλάγια του θώρακα και πίσω από τα αυτιά, χωρίς θερμότητα και χωρίς αίσθηση, 1.
- Το σώμα και οι βραχίονες καλύφθηκαν από εξάνθημα που έμοιαζε με οστρακιά και το οποίο υποχώρησε σταδιακά κατά τη διάρκεια της ημέρας (δεύτερη ημέρα), 16.
- Εξάνθημα από ερυθρά κεγχροειδή σπυράκια στο πρόσωπο, την πλάτη και τον θώρακα, τα οποία προκαλούν κνησμό όταν ζεσταίνεται (όχι όταν γδύνεται), 1.
- Ένα σπυράκι κάτω από τον ώμο· προκαλεί κνησμό κάτω από το πουπουλένιο πάπλωμα, 6.
- Υγρά εξανθήματα.
- Στο σημείο όπου καταλήγει το μικρό δάκτυλο, στην πλάγια επιφάνεια της άκρας χείρας, εμφανίζεται κατά τη νύχτα ένα κυστίδιο και την επόμενη ημέρα αδειάζει το περιεχόμενό του (πέμπτη ημέρα), 1.
- Φλυκταινώδη εξανθήματα.
- Φλύκταινες κάτω από τη δεξιά γωνία του στόματος, με ερυθρή άλω, επώδυνες και τεταμένες στην αφή (μετά από είκοσι τέσσερις ώρες), 7. [510.]
- Σκληρές φλύκταινες που μοιάζουν με σπυράκια, δεν περιέχουν υγρό αλλά έχουν άλω και προκαλούν κνησμό όλη την ημέρα, με καυστικό πόνο στα άκρα, στους καρπούς και στις ραχιαίες επιφάνειες των δακτύλων, 1.
- Μερικά σπυράκια στη μύτη, στους κροτάφους και στον θώρακα, καθώς και ανάμεσα στις ωμοπλάτες, γεμίζουν με πύον και κατόπιν ξηραίνονται και εξαφανίζονται, 1.
- Δοθιήνας στην έσω επιφάνεια του μηρού (μετά από δώδεκα ώρες), 1.
- Υποκειμενικά.
- Κνησμός του δέρματος, ιδίως το βράδυ, κατά το γδύσιμο, 1.
- Κνησμός κάτω από το πουπουλένιο πάπλωμα· μετά το ξύσιμο μετατράπηκε σε γαργαλητό, 6.
- Κνησμός σε διάφορα μέρη του σώματος τη νύχτα, τα οποία πονούν μετά το ξύσιμο, 1.
- Κνησμός και κάψιμο εδώ κι εκεί στο δέρμα, ιδίως στην έσω επιφάνεια του μηρού, σαν από τσουκνίδες, με εξάνθημα από σπυράκια και με νύσσοντα πόνο στην αφή, 5.
- Καυστικά, κνησμώδη νύγματα εδώ κι εκεί στο δέρμα, σαν από ψύλλους, 5.
- Έντονος κνησμός με αίσθημα δαγκώματος, όπως μετά από άφθονη εφίδρωση, στο δέρμα ολόκληρου του σώματος, που τον αναγκάζει να ξύνεται κατά το γδύσιμο (μετά από δεκαέξι ώρες), 7.
- Νύγματα εξωτερικά, στο δέρμα και στους μυς των παρειών, 1. [520.]
- Κνησμώδη νύγματα στην αριστερή μασχάλη, σαν από ψύλλο, 5.
- Έντονο νύγμα στο δέρμα του αριστερού γόνατος, ενώ κάθεται, ώστε σε κάθε νύγμα αναγκάζεται ακούσια να κινεί το σκέλος, 5.
- Συνεχές λεπτό νύγμα στο δέρμα της αριστερής πλευράς της επιγαστρικής χώρας, που εξαφανίζεται με την τριβή, 5.
- Αίσθημα ερπυσμού, σαν από κάτι ζωντανό, με σφύξεις και κάψιμο κάτω από τον δεξιό ώμο, που εκτείνεται έως τα δάκτυλα (μετά από μία ώρα), 1.
- Κνησμός πάνω στο όσχεο, 1.
- Κνησμός μέσα στο όσχεο, 1.
- Κνησμός στην πλάτη, το βράδυ μετά το γδύσιμο, με εξάνθημα από ερυθρά σπυράκια, 1.
- Κνησμός στην αριστερή ιγνυακή κοιλότητα, στη γάμπα και στον αστράγαλο, κατά τη βάδιση· εξαφανίζεται όταν στέκεται, αλλά επανεμφανίζεται με τη βάδιση, 3.
- Κνησμός των αστραγάλων, 1.
- Κνησμός τη νύχτα, εν μέρει στον θώρακα, που εκτείνεται από το στόμιο του στομάχου έως τον λαιμό, και εν μέρει στην κνήμη και κάτω από τους ώμους· μετά το ξύσιμο, αναβλύζει αίμα από τα σημεία αυτά (μετά από τέσσερις ώρες), 1. [530.]
- Βαθιά διαπεραστικός, γαργαλιστικός κνησμός στο θέναρ, που δεν ανακουφίζεται με το ξύσιμο ή την τριβή (μετά από δεκαέξι ώρες), 1.
ΥΠΝΟΣ ΚΑΙ ΟΝΕΙΡΑ
- Υπνηλία.
- Πολλά χασμουρητά προς το βράδυ, 1.
- Πολλά χασμουρητά, με κρότο στο αυτί, 1.
- Συνεχή χασμουρητά και τεντώματα, αφού ξαπλώσει στο κρεβάτι, 6.
- Έντονα, ακούσια χασμουρητά, 1.
- Διακεκομμένα, σύντομα χασμουρητά, κατά τα οποία δεν μπορεί να πάρει πλήρη αναπνοή, 1.
- Αυτός κοιμήθηκε μέχρι αργά και είχε υπνηλία καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, 1.
- Το πρωί κοιμήθηκε μέχρι αργά και δεν μπορούσε να ανοίξει νωρίς τα μάτια· ξύπνησε καλά, αλλά δεν μπορούσε να σηκωθεί ούτε να ανοίξει τα μάτια, 1.
- (Κατά τον ύπνο ξαπλώνει πάνω στην κοιλιά), 1.
- Κατά τον ύπνο βάζει τον έναν βραχίονα κάτω από το κεφάλι (μετά από τέσσερις ώρες), 1. [540.]
- Λήθαργος, 1.
- Αϋπνία.
- Άυπνη νύχτα· ανησυχία ολόκληρου του σώματος, με νύγματα και αισθήματα δαγκώματος εδώ κι εκεί, 1.
- Πολλές σκέψεις σχετικά με τις εργασίες της ημέρας εμπόδισαν τον ύπνο επί μία ώρα, και γύρω στη 1 η ώρα ήταν εντελώς ξύπνιος, χωρίς να μπορεί να αποκοιμηθεί ξανά, 5.
- Συχνές αφυπνίσεις από τον ύπνο, 1.
- Συχνές αφυπνίσεις από τον ύπνο, σαν από τρόμο, 7.
- Ξύπνησε τη νύχτα με φόβο, σαν να φοβόταν φαντάσματα, 1.
- Ο ύπνος διακοπτόταν συχνά από τινάγματα και αφύπνιση, 1.
- Ξυπνούσε συχνά από τον ύπνο τη νύχτα, με αίσθηση σαν να ζεσταινόταν υπερβολικά, 1.
- Εκείνη φώναζε με αγωνία στον ύπνο της, καλούσε τη μητέρα και την αδελφή της, με αγχώδη και ταχεία αναπνοή· ψηλαφούσε το κρεβάτι με τα χέρια της, έσπρωχνε πράγματα μακριά της, με τα μάτια ανοιχτά και παραμορφωμένα, χωρίς να είναι ξύπνια· κινούσε συνεχώς το κεφάλι, ιδίως προς την αριστερή πλευρά, 9.
- Δεν αισθάνεται αναζωογονημένος το πρωί και χασμουριέται ακατάπαυστα, 6.
- Όνειρα. [550.]
- Όνειρα που δεν θυμάται, 7.
- Πολύ ζωηρά όνειρα που προκαλούν τρόμο (μετά από δύο ώρες), 1.
- Όνειρα ότι είχε συμβεί κάτι κακό, 1.
- Όνειρα ότι τα γόνατά του ήταν πρησμένα και επώδυνα, 9.
- Όνειρα ότι πεθαίνει και όνειρα θανάτου, 1.
ΠΥΡΕΤΟΣ
- Αίσθημα ψύχους.
- Αίσθημα ψύχους που δεν ανακουφίζεται από τη ζεστή σόμπα, με έντονο κωλικό (μετά από οκτώ ημέρες), 5.
- Έντονο αίσθημα ψύχους σε ολόκληρο το σώμα, το βράδυ (έβδομη ημέρα), 5.
- Το βράδυ, με λαχτάρα για ζεστή, δυναμωτική τροφή, προσβάλλεται ξαφνικά από εσωτερικό αίσθημα ψύχους, ώστε τρέμει, χωρίς να είναι εξωτερικά κρύος, 4.
- Επανεμφανιζόμενη αλλά παροδική ανατριχίλα, ιδίως στα κάτω άκρα, αμέσως, 4.
- Ανατριχίλα που διατρέχει ολόκληρο το σώμα, 4. [560.]
- Ρίγος με τρέμουλο σε ολόκληρο το σώμα, το απόγευμα, 1.
- Ρίγος με τρέμουλο επί μισή ώρα, στις 8 A.M., χωρίς δίψα και χωρίς επακόλουθη θερμότητα, 1.
- Γενική ψυχρότητα, χωρίς τρέμουλο, με κυανωτικά χέρια, κατά τις πρώτες ώρες, 1.
- Έγινε κρύος σε ολόκληρο το σώμα, 15.
- Ο ανοικτός αέρας φαίνεται υπερβολικά κρύος, 1.
- Πυρετικός παροξυσμός· συχνά ρίγη, ακολουθούμενα από εξάψεις στο κεφάλι, 1.
- (Πυρετικός παροξυσμός· βαθμιαία αυξανόμενο αίσθημα ψύχους, με λίγη ή καθόλου δίψα, με θερμό μέτωπο, κρύες παρειές, κρύα μύτη και παγωμένα χέρια, ακολουθούμενο από θερμότητα, με μεγάλη αγωνία, σαν να μην μπορούσε να πάρει αναπνοή· ναυτία και μεγάλη δίψα έως την εμφάνιση ιδρώτα· ο ιδρώτας λιγοστός, εντελώς κρύος, σχεδόν μόνο στο κεφάλι και στα χέρια, με συνεχιζόμενη αγωνία), 1.
- Αίσθημα ψύχους και αίσθηση ψυχρότητας στην πλάτη, 5.
- Αίσθημα ψύχους στην πλάτη, σαν να τον είχαν αγγίξει εδώ κι εκεί με πάγο, που δεν ανακουφίζεται από τη θερμότητα της σόμπας, 1.
- Ανατριχίλα εγκάρσια στο στήθος (μετά το ένα όγδοο της ώρας), 1. [570.]
- Ανατριχίλα στην πλάτη, το βράδυ, 1.
- Ανατριχίλα στα κατώτερα μέρη του σώματος (πολύ σύντομα), 1.
- Ψυχρότητα που διατρέχει την πλάτη, παρότι κάθεται δίπλα σε ζεστή σόμπα (όγδοη ημέρα), 5.
- Αίσθηση ψυχρότητας στους ώμους, χωρίς εξωτερικά αντιληπτή ψυχρότητα (μετά από τέσσερις ώρες), 1.
- Τα χέρια, όταν τα φέρνει στο πρόσωπο, φαίνονται κρύα, αλλά το ένα στο άλλο φαίνονται ζεστά, 4.
- Θερμότητα.
- Η θερμοκρασία αυξήθηκε (μετά από μιάμιση ώρα), 18.
- (Εξωτερική θερμότητα του σώματος, χωρίς αίσθημα ζέστης και χωρίς δίψα), (μετά από πέντε ώρες), 1.
- Αυξημένη αίσθηση θερμότητας, ταχύς σφυγμός (μετά από είκοσι τέσσερις ώρες), 6.
- Γενική και υπερβολική θερμότητα (τρίτη ημέρα), 15.
- Πολύ αιφνίδιες και έντονες εξάψεις, 4. [580.]
- Ταχείες εναλλαγές θερμότητας και αισθήματος ψύχους· εκείνη προσβάλλεται συνεχώς από έντονη θερμότητα των ποδιών, η οποία ανεβαίνει σε ολόκληρο το σώμα, με αίσθηση σαν να ορμά το αίμα στο πρόσωπο, αλλά ήταν μάλλον ωχρή παρά ερυθρή· έπειτα από λίγα λεπτά, επανέρχονται αισθήματα παγωμένης ψυχρότητας που κατέρχονται από το κεφάλι έως τα πόδια και η θερμότητα εξαφανίζεται στιγμιαία· αυτές οι προσβολές εμφανίστηκαν αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της ημέρας, 2.
- Πυρετικός παροξυσμός: πότε θερμότητα και πότε αίσθημα ψύχους στο σώμα, εναλλάξ (μετά από λίγες ώρες), 1.
- Πυρετικοί παροξυσμοί· συχνές ανατριχίλες καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, όπως όταν κάποιος ζεσταίνεται δίπλα στη φωτιά με κρύο καιρό, μετά τις οποίες εξασθένησε τόσο ώστε αναγκάστηκε να ξαπλώσει· όλα αυτά χωρίς δίψα ή ιδρώτα, 1.
- Πυρετικοί παροξυσμοί· ζεστά χέρια στις 7 P.M., με αίσθηση ξηρής θερμότητας σε ολόκληρο το σώμα, με αϋπνία έως τις 4 A.M., ακολουθούμενα από ανατριχίλα και κρύα χέρια, ολόκληρη την ημέρα, 1.
- Δυσανεξία στον ανοικτό αέρα, με θερμότητα και ερυθρότητα των παρειών (μετά από τέσσερις ώρες), 1.
- Δυσανεξία τόσο στον κρύο όσο και στον θερμό αέρα, 1.
- Δεν μπορούσε να ανεχθεί ούτε την παραμικρή αύξηση ή μείωση της θερμοκρασίας του δωματίου (75° F.), (μετά από έξι ώρες), 15.
- Εξάψεις στο πρόσωπο μετά την πόση, 1.
- Θερμότητα στο μέτωπο, 1.
- Θερμότητα και ερυθρότητα του προσώπου, με δίψα, 1. [590.]
- Παραπονέθηκε για θερμότητα και επίμονο κάψιμο στο στομάχι και στα έντερα, ιδίως γύρω από τον ομφαλό (τρίτη ημέρα), 15.
- Θερμότητα και οίδημα των ποδιών, με συνεχή καυστικό κνησμό, 1.
- Καυστική θερμότητα στις παρειές, με πολύ κρύα πόδια, 1.
- Εξάψεις στις παρειές, χωρίς δίψα (μετά από είκοσι επτά ώρες), 7.
- Μέτωπο θερμό και καλυμμένο με κολλώδη ιδρώτα (τρίτη ημέρα), 15.
- Πότε το ένα χέρι και πότε το άλλο είναι εναλλάξ ζεστό ή κρύο (μετά από ένα τέταρτο της ώρας), 1.
- Φλόγωση των παρειών, με ψυχρότητα ολόκληρου του σώματος, 5.
- Συχνές παροδικές προσβολές πολύ δυσάρεστου καύσου και ερυθρότητας των παρειών, όπως αυτά που αισθάνεται κανείς όταν εκνευρίζεται ή όταν μαθαίνει δυσάρεστα νέα, 1.
- Εφίδρωση.
- Ιδρώτας στο σώμα (αμέσως), από το βράδυ έως το πρωί, με κρύο ιδρώτα στο πρόσωπο, 1.
- Γενικευμένος ιδρώτας το πρωί, κυρίως στον θώρακα και στα προσβεβλημένα μέρη, 1. [600.]
- Άφθονος ιδρώτας (μετά από μιάμιση ώρα), 18.
- Δέρμα ξηρό (τρίτη ημέρα), 15.
- Τα χέρια ιδρώνουν αμέσως, 1.
- Το μέτωπο και τα χέρια καλύπτονται από κρύο ιδρώτα (μετά από έξι ώρες), 15.
- Κρύος ιδρώτας, πότε στο ένα και πότε στο άλλο χέρι, 1.
- Κρύος ιδρώτας των ποδιών, 1.
ΣΥΝΘΗΚΕΣ
- Επιδείνωση.
- ( Πρωί ), Άγχος· σύγχυση της κεφαλής· στο κρεβάτι, αίσθημα θερμότητας στο αυτί· γλώσσα τραχιά· πριν από την έγερση, αδιαθεσία, κ.λπ.· στο κρεβάτι, πόνοι σαν βελονιές διαμέσου της κοιλιάς· κατά την ορθοστασία ή την κατάκλιση, πόνος κάτω από την ωμοπλάτη· κατά την κατάκλιση στο κρεβάτι, πίεση στην οσφυϊκή χώρα, κ.λπ.· στις 9 η ώρα, βάρος στα άκρα, κ.λπ.· μετά την αφύπνιση, βάρος, κ.λπ.· στις 8 η ώρα, ρίγος με τρέμουλο· εφίδρωση σε όλο το σώμα.
- ( Προμεσημβρινές ώρες ), Δύσοσμες ερυγές.
- ( Απόγευμα ), Υποχονδρία · μετά από κάθε ποτό, ναυτία· πόνος στον πρωκτό· ρίγος με τρέμουλο.
- ( Βράδυ ), Βόμβος στο κεφάλι· από τις 7 έως τις 9 η ώρα, κεφαλαλγία στο μέτωπο· καύσος στον λαιμό· ερυγές που προκαλούν αίσθημα απόξεσης· στο κρεβάτι, ερεθισμός με τάση για βήχα· πόνοι σαν βελονιές στην αριστερή πλευρά του θώρακα· πριν από την κατάκλιση, πόνος σαν σχίσιμο ανάμεσα στους ώμους· τρόμος σε όλα τα άκρα· οίδημα των άκρων ποδών· τινάγματα σε έναν κάλο· κατά το γδύσιμο, κνησμός του δέρματος· μετά το γδύσιμο, κνησμός της ράχης· αίσθημα ψύχρας · ανατριχίλα στη ράχη· στις 7 η ώρα, θερμά χέρια, κ.λπ.
- ( Νύχτα ), Πόνος στα μάτια· ξηρότητα του στόματος· προς τα μεσάνυχτα, έμετος, κ.λπ.· στο κρεβάτι, πόνος στο στομάχι, κ.λπ.· γύρω στα μεσάνυχτα, κολικός με μετεωρισμό· χαλάρωση των γεννητικών οργάνων· κατά την κάμψη των γονάτων, κράμπα στις γάμπες· κνησμός , σε διάφορα μέρη· από το βράδυ έως το πρωί, ιδρώτας στο σώμα.
- ( Κατά το βάδισμα στην ύπαιθρο ), Άρχισε να φτερνίζεται.
- ( Κάμψη του σώματος προς τα εμπρός ), Πόνος κάτω από τις δεξιές πλευρές.
- ( Κατά την κάμψη του σώματος προς τη δεξιά πλευρά ), Ενώ κάθεται ή στέκεται, πόνος στην πλευρά του θώρακα.
- ( Καφές ), Τα συμπτώματα.
- ( Ψυχρός αέρας ), Τα συμπτώματα, ιδίως η κεφαλαλγία, επιδεινώνονται υπερβολικά.
- ( Βήχας ), Πόνος κάτω από τις πλευρές· δυσφορία στον θώρακα.
- ( Μετά το γεύμα ), Κολικός, κ.λπ.
- ( Πόση ), Όλα τα συμπτώματα, ιδίως εκείνα της κεφαλής.
- ( Φαγητό ), Όλα τα συμπτώματα, ιδίως εκείνα της κεφαλής· δίψα· ναυτία· πίεση στο επιγάστριο· άλγη στην άνω κοιλιακή χώρα.
- ( Κατά την ερυγή ), Πόνος στο επιγάστριο· πίεση στον θώρακα.
- ( Εισπνοή ), Πόνος κάτω από τις πλευρές· άλγη στην αριστερή πλευρά του θώρακα.
- ( Γονάτισμα ), Τρόμος των μηρών.
- ( Κίνηση ), Πόνος στις σπονδυλικές αρθρώσεις· πόνος στα άκρα· πόνος στα βραχιόνια οστά· πόνος στις γάμπες.
- ( Κίνηση της κεφαλής ), Αίσθημα κλονισμού του εγκεφάλου.
- ( Πίεση ), Πόνος στα άκρα.
- ( Ανύψωση του σκέλους ), Ενώ κάθεται, πόνος στους μηρούς.
- ( Ανάγνωση ), Αίσθημα αμβλύτητας, κ.λπ., στην κεφαλή· πίεση διαμέσου της κεφαλής.
- ( Σκέψη ), Πίεση διαμέσου της κεφαλής.
- ( Ανάπαυση ), Πόνος κάτω από την ωμοπλάτη· πόνοι σαν βελονιές στον ώμο, κ.λπ.· πόνος στον ώμο, κ.λπ.· πίεση στους μυς του αντιβραχίου· χωλότητα στον μηρό.
- ( Κατά τη μετακίνηση με άμαξα ), Ναυτία, κ.λπ.
- ( Έγερση μετά από καθιστή θέση ), Τάση προς κήλη.
- ( Κατά την ανασήκωση στο κρεβάτι ), Ίλιγγος.
- ( Καθιστή θέση ), Πόνος στον βουβωνικό δακτύλιο· πόνοι σαν βελονιές στον θώρακα· πόνος στη ράχη· νυγμοί στους γλουτούς· αδυναμία.
- ( Ύπνος ), Όλα τα συμπτώματα, ιδίως εκείνα της κεφαλής.
- ( Κάπνισμα ), Όλα τα συμπτώματα · ναυτία.
- ( Ορθοστασία ), Πόνος στη ράχη.
- ( Μετά την κένωση ), Νυγμός στο ορθό.
- ( Σκύψιμο ), Πόνοι σαν βελονιές στην κοιλιά· πόνος στο πλευρό.
- ( Κατάποση ), Ξηρότητα, κ.λπ., στον ισθμό του φάρυγγα.
- ( Κατάποση σιέλου ), Πόνος στις αμυγδαλές.
- ( Ομιλία ), Όλα τα συμπτώματα, ιδίως εκείνα της κεφαλής · πόνος στο πλευρό.
- ( Αφή ), Πόνος στο ρουθούνι· πόνος στους όρχεις· πόνος στα άκρα.
- ( Βάδισμα ), Αίσθημα πίεσης προς τα κάτω στην κεφαλή· αίσθημα κλονισμού του εγκεφάλου· κράμπα, κ.λπ., στο επιγάστριο· άλγη στο στέρνο· βορβορυγμός στον θώρακα· αίσθημα τραβήγματος στο πλευρό· πόνος σαν βελονιά διαμέσου της αριστερής πλευράς· πόνος στην άρθρωση του ισχίου· πόνος στο μηριαίο οστό· πόνος σαν βελονιά στην άρθρωση του γόνατος· αδυναμία· κνησμός στην ιγνυακή κοιλότητα.
- ( Μετά το κλάμα ), Απώλεια της όρεξης.
- ( Κατά τη γραφή ), Κάτι σαν παράλυση του βραχίονα.
- Βελτίωση.
- ( Κλίση προς τα πίσω ), Αδυναμία των αυχενικών μυών, κ.λπ.
- ( Κίνηση ), Πόνος στον ώμο, κ.λπ.
- ( Έγερση από καθιστή θέση ), Πόνος στον βουβωνικό δακτύλιο.
- ( Ορθοστασία ), Κοπτικός πόνος στην κάτω κοιλιακή χώρα.