Calcarea muriatica

από Timothy F. Allen — Εγκυκλοπαίδεια της καθαρής Materia Medica

Ιστορική πηγή αναφοράς για επαγγελματίες και φοιτητές. Οι παρακάτω δηλώσεις αντικατοπτρίζουν την ομοιοπαθητική διδασκαλία του αναφερόμενου συγγραφέα και δεν τεκμηριώνουν την αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Το παρόν κείμενο δεν αποτελεί ιατρική συμβουλή και δεν πρέπει να υποκαθιστά την κατάλληλη διάγνωση ή φροντίδα.

Χλωριούχο ασβέστιο.

Πηγή.

August Wimmer, M.D., «Τα αλατούχα ύδατα του Kreuznach», μετάφραση του συγγραφέα, Kreuznach, 1878.

Πραγματοποίησα αυτά τα πειράματα για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 1876, σε διάστημα τριών εβδομάδων. Κατά τις πρώτες επτά ημέρες προσδιόρισα την ποσότητα της οξείδωσης του σώματός μου· προσδιόριζα, επομένως, καθημερινά το βάρος του σώματός μου, επιπλέον το βάρος των στερεών και των υγρών που προσλάμβανα, καθώς και το βάρος της αποβολής των ούρων, των κοπράνων και μέσω του δέρματος και των πνευμόνων· το τελευταίο με συγκριτικό υπολογισμό της απέκκρισης ούρων και κοπράνων προς εκείνη του σώματος.

Δύο φορές την ημέρα, το πρωί στις 8 η ώρα και το βράδυ στις 6 η ώρα, προσδιορίζονταν και αναλύονταν η ποσότητα και η ποιότητα, η αντίδραση και το ειδικό βάρος των ούρων, με τις γνωστές μεθόδους «Titrirung» των Neubauer και Vogel, ως προς τα συστατικά ουρία, ουρικό οξύ, θειικό οξύ, φωσφορικό οξύ και χλώριο, με τη μέγιστη δυνατή προσοχή και με την τήρηση όλων των προληπτικών μέτρων.

Ταυτόχρονα παρατηρούνταν προσεκτικά η θερμοκρασία, η ένδειξη του βαρομέτρου, η κατεύθυνση του ανέμου, ο καιρός, η κατάσταση της υγείας και οι λειτουργίες του δέρματος.

Κατά το διάστημα των επτά ημερών που ακολούθησε την προκαταρκτική εξέταση, λάμβανα καθημερινά 0.5 γραμμάριο και, κατά τις επτά ημέρες που ακολούθησαν τη δεύτερη περίοδο, 1 γραμμάριο χλωριούχου ασβεστίου, διαλυμένο σε ένα ποτήρι νερό πηγής· συνέχισα τον καθημερινό προσδιορισμό του βάρους του σώματός μου, της πρόσληψης και της αποβολής, καθώς και την ανάλυση των ούρων μου, και διατήρησα, όσο ήταν δυνατόν, τις ίδιες συνθήκες ως προς τη σωματική δραστηριότητα και τη διατροφή όπως και κατά την προκαταρκτική εξέταση.

Μόνο ο προσδιορισμός της στερεάς τροφής ήταν υπερβολικά δύσκολος και, καθώς επί πολλά χρόνια ο τρόπος ζωής μου ήταν καθημερινά ο ίδιος ως προς την ποσότητα λαχανικών, ψωμιού, ζάχαρης κ.λπ., ζύγιζα μόνο την ημερήσια μερίδα κρέατος, επειδή το κρέας επηρεάζει ουσιωδώς την απέκκριση ουρίας και ουρικού οξέος. Τα αποτελέσματα της σειράς εξετάσεων των τριών εβδομάδων ήταν τόσο πειστικά και άφθονα, ώστε τότε δεν θα ήταν αναγκαία μια δεύτερη σειρά. Προτίμησα, ωστόσο, να πραγματοποιήσω και δεύτερη, μεγαλύτερης διάρκειας, για να προφυλαχθώ από την κατηγορία της πρόωρης κρίσης. Η εκτέλεσή της δεν κατέστη δυνατή πριν από τον Απρίλιο του 1877.

Δεν βρήκα κανέναν λόγο να παρεκκλίνω από τη μέθοδο που ακολούθησα στην πρώτη σειρά εξετάσεων και προηγήθηκε και αυτής προκαταρκτική εξέταση επτά ημερών. Κατά τις πρώτες τέσσερις ημέρες προσδιόρισα το βάρος των στερεών και των υγρών· αργότερα, μόνο την ημερήσια ποσότητα κρέατος και υγρών. Χώριζα το κρέας από το λίπος και το λάμβανα εν μέρει ωμό και τεμαχισμένο, εν μέρει ελαφρώς μαγειρεμένο. Εναλλάσσονταν τα διάφορα είδη κρέατος: βοδινό, χοιρινό και μοσχαρίσιο. Για το πρώτο πρόγευμα λάμβανα τσάι και λευκό ψωμί χωρίς βούτυρο· για το δεύτερο, ψωμί και βούτυρο· για το μεσημεριανό, κρέας, σούπα, λαχανικά και ωμό ή μαγειρεμένο κρέας, με λίγες μόνο πατάτες· το απόγευμα, ένα φλιτζάνι καφέ και, το βράδυ, τσάι με ψωμί, βούτυρο και κρέας.

Παραθέτω στη συνέχεια τα αποτελέσματα της δεύτερης εξέτασης διάρκειας τεσσάρων εβδομάδων, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1877, σε υπολογισμένες μέσες ποσότητες, επειδή η παράθεση των καθημερινών αποτελεσμάτων της εξέτασης θα καταλάμβανε υπερβολικά μεγάλο χώρο και οι μέσες ποσότητες επαρκούν πλήρως για την κρίση επί του θέματος.

Προσθέτω μόνο ότι τα αποτελέσματα της δεύτερης σειράς εξετάσεων είναι απολύτως ταυτόσημα, ως προς τα ουσιώδη σημεία, με εκείνα που προέκυψαν από την πρώτη σειρά εξετάσεων και ότι είμαι πενήντα επτά ετών.

Η γεύση του χλωριούχου ασβεστίου είναι αλμυρή και δυσάρεστα πικρή. Δεν προκάλεσε αίσθημα καύσου και, ιδιαίτερα, κανένα δυσάρεστο αίσθημα στο στομάχι και στα έντερα καθ’ όλη τη διάρκεια της εξέτασης.

Η όρεξη δεν αυξήθηκε, αλλά ούτε και μειώθηκε. Η γλώσσα δεν παρουσίασε καμία μεταβολή, όπως επίσης η καρδιά και ο σφυγμός καμία διαφορά από τη φυσιολογική τους κατάσταση.

Μόνο το αίσθημα της δίψας άρχισε να αυξάνεται στα μέσα της III περιόδου της εξέτασης και κατέστη αναγκαίο να καταπραΰνεται με την πόση περισσότερου νερού (75 γραμμάρια per diem). Κατά τα λοιπά, η πρόσληψη στερεάς τροφής παρέμεινε η ίδια· επίσης δεν προκάλεσε ανάγκη για περισσότερη τροφή, αλλά μάλλον αδιαφορία γι’ αυτήν.

Το χλωριούχο ασβέστιο έχει διουρητική δράση, όπως δείχνουν οι πίνακες. Κατά τη II περίοδο (0.5 γραμμάριο per diem), η απέκκριση ούρων αυξήθηκε καθημερινά κατά 68 γραμμάρια. Η δράση αυτή άρχισε μόλις την τέταρτη ημέρα της II περιόδου και αυξήθηκε κατά τις επόμενες ημέρες. Κατά την III περίοδο αυξήθηκε καθημερινά κατά 29 γραμμάρια και κατά την IV περίοδο, ωστόσο, με καθημερινά αυξημένη πρόσληψη νερού κατά 75 γραμμάρια, κατά 60 γραμμάρια.

Τα κόπρανα δεν μεταβλήθηκαν ως προς τη συνεκτικότητα· κατά την III περίοδο η ποσότητά τους αυξήθηκε καθημερινά κατά 6 γραμμάρια και κατά την IV περίοδο κατά 19 γραμμάρια, σε σύγκριση με την I περίοδο της προκαταρκτικής εξέτασης. Η σύσταση κατά την IV περίοδο ήταν περισσότερο πολτώδης.

Η αποβολή μέσω του δέρματος και των πνευμόνων είχε μεταβληθεί ελάχιστα έως καθόλου κατά τη II περίοδο· κατά την III περίοδο μειώθηκε κατά μέσο όρο καθημερινά κατά 13 γραμμάρια· κατά την IV περίοδο, ωστόσο, αυξήθηκε καθημερινά κατά 40 γραμμάρια. Η αύξηση αυτή πρέπει πιθανότατα να αποδοθεί στην υψηλότερη θερμοκρασία κατά την περίοδο αυτή· η δραστηριότητα του δέρματος ήταν μεγαλύτερη κατά την περίοδο αυτή ως προς την έκκριση ιδρώτα.

Παρά τη διουρητική του δράση, το χλωριούχο ασβέστιο αύξησε επίσης τα στερεά συστατικά των ούρων. Το ειδικό βάρος τους αυξήθηκε σταθερά από 1021.5 κατά την περίοδο της προκαταρκτικής εξέτασης σε 1023.2 κατά την IV περίοδο.

Η ποσότητα όλων των στερεών συστατικών των ούρων, με εξαίρεση το ουρικό οξύ, αυξήθηκε.

Η ουρία αυξήθηκε σταδιακά κατά τη διάρκεια της III περιόδου και τελικά, κατά την IV περίοδο, απεκκρινόταν σε μέση ημερήσια ποσότητα κατά 5.42 γραμμάρια μεγαλύτερη από ό,τι κατά την I περίοδο της προκαταρκτικής εξέτασης.

Αντιθέτως, το ουρικό οξύ απεκκρινόταν σταθερά σε μικρότερη ποσότητα: κατά μέσο ημερήσιο όρο 1.146 γραμμάρια κατά την I και 0.442 γραμμάριο κατά την IV περίοδο, επομένως κατά 0.704 γραμμάριο λιγότερο per diem.

Το θειικό οξύ και το χλώριο παρουσιάζουν σχεδόν ίση προοδευτική αύξηση: το πρώτο κατά την

I περίοδο 2.25 γραμμάρια.

IV περίοδο 3.94 γραμμάρια.

Επομένως, αύξηση 1.69 γραμμάρια.

Το δεύτερο κατά την I περίοδο 11.56 γραμμάρια.

IV περίοδο 13.82 γραμμάρια.

Επομένως, αύξηση 2. 26 γραμμάρια.

Το φωσφορικό οξύ αυξήθηκε μόνο λίγο κατά τη II και την III περίοδο· κατά την IV, ωστόσο, αυξήθηκε κατά μέσο ημερήσιο όρο κατά 0.79 γραμμάριο, σε σύγκριση με τα αποτελέσματα της I περιόδου της προκαταρκτικής εξέτασης. Η σταθερή μείωση του βάρους του σώματος αντιστοιχεί στην αυξημένη οξείδωση. Κατά την I περίοδο παρέμεινε σχεδόν το ίδιο· κατά τη II περίοδο μειώθηκε κατά 43 γραμμάρια· κατά την III περίοδο κατά 76 γραμμάρια· κατά την IV περίοδο κατά 125 γραμμάρια, κατά μέσο ημερήσιο όρο· έτσι ώστε το σώμα να έχει χάσει μέσα σε τρεις εβδομάδες 1700 γραμμάρια (1.7 κιλά). Επίσης, η κατάσταση της υγείας είχε μεταβληθεί προς τα μέσα της τέταρτης εβδομάδας. Άρχισε να γίνεται αισθητό ένα αίσθημα εξάντλησης, αδυναμίας και απροθυμίας για εργασία. Μολονότι ένα μέρος αυτών των αισθημάτων μπορεί να αποδοθεί στον ανοιξιάτικο αέρα, η σταθερή μείωση του βάρους του σώματος και η ελάττωση του υποδόριου κυτταρικού ιστού (paniculus adiposus) αποτελούσαν υπερβολικά εμφανή γεγονότα.

Μολονότι είχα την πρόθεση να συνεχίσω την εξέταση και κατά την πέμπτη εβδομάδα, αυτά τα αισθήματα με εμπόδισαν.

Η διαδικασία της οξείδωσης αυξήθηκε πολύ κατά τη II περίοδο (0.5 γραμμάριο χλωριούχου ασβεστίου) και κατά την III περίοδο (1 γραμμάριο χλωριούχου ασβεστίου) και, παρ’ όλα αυτά, η ανάγκη για τροφή δεν αυξήθηκε· κατά την IV περίοδο, ωστόσο, η οξείδωση αυξήθηκε σε τέτοιο βαθμό (μέση ημερήσια μείωση του βάρους του σώματος κατά 125 γραμμάρια), ώστε θα μπορούσε κανείς να αναμένει ως επακόλουθο αυξημένη ανάγκη για τροφή. Αντί γι’ αυτό, έγινε αισθητή κάποια αδιαφορία για την τροφή. 2.

Εξερευνήστε την πλήρη πλατφόρμα Similia

Αποκτήστε πρόσβαση σε 21 κλασικά βιβλία ομοιοπαθητικής φαρμακολογίας, 7 κλασικά ρεπερτόρια, σημασιολογική αναζήτηση ΤΝ και βασική διαχείριση περιστατικών — δωρεάν.

Δείτε τις τιμές