Cadmium sulphuratum
από John Henry Clarke — Λεξικό πρακτικής Materia Medica
Ιστορική πηγή αναφοράς για επαγγελματίες και φοιτητές. Οι παρακάτω δηλώσεις αντικατοπτρίζουν την ομοιοπαθητική διδασκαλία του αναφερόμενου συγγραφέα και δεν τεκμηριώνουν την αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Το παρόν κείμενο δεν αποτελεί ιατρική συμβουλή και δεν πρέπει να υποκαθιστά την κατάλληλη διάγνωση ή φροντίδα.
Θειούχο κάδμιο. Cd S. Λειοτρίβηση.
Κλινικές ενδείξεις
Αποπληξία / Δοθιήνες / Χιονίστρες / Βρεφική χολέρα / Θόλωση του κερατοειδούς / Οφθαλμοπάθειες / Παράλυση του προσώπου / Δυσπεψία / Μηνιγγίτιδα / Ρινικός πολύποδας / Όζαινα / Κίτρινος πυρετός
Χαρακτηριστικά
Το Cadmium απαντά στη φύση σε στενή συνύπαρξη με τον Zinc, με τον οποίο παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα ως προς τη δράση, αλλά το Cadmium δρα ισχυρότερα. Η βαθιά δράση του Cad. s. στο στομάχι — καυστικός και διαξιφιστικός πόνος, έντονες προσπάθειες προς έμετο, αναγούλες, αποβολή παχύρρευστης βλέννας, έντονη ναυτία και έμετος — οδήγησε στη χορήγησή του στον κίτρινο πυρετό με λαμπρή επιτυχία. Ο μαύρος έμετος είναι πολύ χαρακτηριστικός. Και το παραμικρό που αγγίζει τα χείλη προκαλεί έμετο. Γεύση πίσσας· η τροφή έχει γεύση αλατιού. Το Cadm. αποτελεί ενδιάμεσο μεταξύ Bry. και Ars.: έχει την επιθυμία του Bry. να παραμένει ακίνητος, μαζί με την εξάντληση και την ευερεθιστότητα του στομάχου του Ars. (Kent). Το Cadmium είναι φάρμακο με έντονη τάση προς αίσθημα ψύχους. Υπάρχει παγερή ψυχρότητα — ψυχρότητα ακόμη και κοντά στη φωτιά. Ανατριχίλα: μετά από πόση· με θερμά χέρια. Αναστολή της εφίδρωσης από ρεύμα ψυχρού αέρα. < Από ψυχρό αέρα· κνησμός του δέρματος όταν κρυώνει. < Ηλιοφάνεια. < Το πρωί και μετά τον ύπνο. < Βάδισμα· < ανάβαση σκάλας. < Κατά την κατάποση. < Μετά από θλίψη. < Μετά από μέθη. > Με το φαγητό. Επιδράσεις από: άγχος ή κρίση θυμού· από ψυχρούς ανέμους (παράλυση του προσώπου). Δρα καλά στους μέθυσους. Είναι αξιόλογο αντιψωρικό. Υπάρχει έντονος κνησμός του δέρματος· τη νύχτα στο κρεβάτι· όταν το αγγίζουν· όταν είναι κρύο· > με το ξύσιμο, το οποίο προκαλεί ηδονική αίσθηση. Δέρμα κυανό· κίτρινο· έρπης λεπιδώδης, με ρωγμές, υγρός και διαπυούμενος· χιονίστρες. Οι διαξιφιστικοί πόνοι και οι πόνοι σαν από κόψιμο είναι εξέχοντες· επίσης αίσθημα σύσφιξης. Τα ρινικά συμπτώματα είναι πολύ σημαντικά· κανένα φάρμακο δεν με έχει εξυπηρετήσει καλύτερα σε περιπτώσεις όζαινας και πολύποδα.
Σχέσεις
Σύγκριση: Zn. (αλλά στο Zn. η δράση εντοπίζεται πρωτίστως στον εγκέφαλο, ενώ στο Cadm. πρωτίστως στο στομάχι)· σε σύσφιξη εγκάρσια στο στήθος με αίσθημα παλμών, K. chlo.· αδυναμία, ναυτία, έμετος και κάψιμο, Ars.· μαύρος έμετος, διαταραχές από μέθη, Ars., Lach.· σε ναυτία και προσπάθειες προς έμετο, Asar., Bry., Crot. t., Cup., Nux, Pod., Ant. t.· σε θανατηφόρα ναυτία, Ip., Tab.· πρασινωπός ζελατινώδης έμετος, Æthusa, Ars., Bry., Ip., Ver.· ζελατινώδεις κενώσεις, Alo., Cubeb., Hell., K. bich., Pod., Rhus, Sep. (πράσινες)· απώλεια της αναπνοής κατά την επέλευση του ύπνου, Carb. an., Carb. v., Op., Grind., Lach. Ακολουθείται ευνοϊκά από: Bell. (κύλιση της κεφαλής με ανοικτά μάτια στη βρεφική χολέρα)· Carb. v., Lob. inf. (στον κίτρινο πυρετό)· Nit. ac.· Alet. (ναυτία της εγκυμοσύνης). Ακολουθεί ευνοϊκά: Ip., Ars., Bell.
Αίτια
Ήλιος. Ρεύμα αέρα. Ψυχρός άνεμος. Αλκοόλ.
1. Νους
Υπερβολική ευερεθιστότητα. Φόβος της μοναξιάς και της εργασίας.
2. Κεφαλή
Σύσφιξη· νυγμοί· σφύξεις. Σφυροκόπημα στην κεφαλή, πριν από τον έμετο. Κεφαλαλγία με ανησυχία, παγερή ψυχρότητα του σώματος, επίσταξη, σύσφιξη στον λαιμό, δίψα, ναυτία, έμετο· εμφανίζεται κυρίως κατά την αφύπνιση, στην ύπαιθρο, από ρεύμα αέρα, στον ήλιο. Έρπης στους κροτάφους.
3. Οφθαλμοί
Δεν μπορεί να διαβάσει μικρά τυπογραφικά στοιχεία. Νυκταλωπία. Χοιραδική φλεγμονή. Θόλωση του κερατοειδούς. Καυτά δάκρυα. Οιδήματα των βλεφάρων. Βαθουλωμένα μάτια· κυανοί κύκλοι.
4. Ώτα
Οι ήχοι αντηχούν στην κεφαλή.
5. Μύτη
Οσμή έλκους ή καρκίνου (όζαινα). Αίσθημα στενότητας στη ρίζα και τάσης στη μύτη. Απόφραξη της μύτης από οίδημα. Αιμωδία της μύτης. Ερυσίπελας. Δοθιήνες στη μύτη. Τερηδόνα των ρινικών οστών. Εξέλκωση των ρουθουνιών.
6. Πρόσωπο
Σπασμωδικές κινήσεις του άνω χείλους. Παράλυση του προσώπου από ψυχρό αέρα — αίσθηση σαν να έρπει κάτι — χρόνιο εξάνθημα στο μέτωπο, στη μύτη και γύρω από το στόμα. Οίδημα των χειλιών.
8, 9. Στόμα και λαιμός. — Σιελόρροια. Γεύση αρχικά γλυκίζουσα, κατόπιν πικρή και καυστική. Δυσώδης αναπνοή. Έλκη· ξηρότητα· κνησμός· κάψιμο· σύσφιξη στον λαιμό. Δυσφαγία.
11. Στομάχι
Ναυτία· πρέπει να μένει ξαπλωμένος και ακίνητος. Ναυτία στο στόμα· στο στήθος· στην κοιλιά. Αλμυρές, ταγγές ερυγές, ψυχρός ιδρώτας στο πρόσωπο. Έμετος όξινων ή κίτρινων ουσιών, με ψυχρό ιδρώτα στο πρόσωπο και πόνους σαν από κόψιμο στην κοιλιά. Μαύρος έμετος. Καυστικός πόνος και πόνος σαν από κόψιμο στο στομάχι. Γαστρικά συμπτώματα
< μετά την πόση μπίρας· πριν από το μεσημέρι· κατά την εγκυμοσύνη· στους μέθυσους· μετά από κράμπες στο στομάχι.
12. Κοιλιά
Πόνος στην κοιλιά με έμετο. Πόνος και σφύξεις στα πλάγια της κοιλιάς. Πόνοι σαν από κόψιμο στα έντερα και στους νεφρούς. Διαξιφιστικοί πόνοι στο l. υποχόνδριο. Συμπτώματα του στομάχου και των υποχονδρίων < με το βάδισμα ή τη μεταφορά φορτίων.
13. Κενώσεις
Κενώσεις σχεδόν ζελατινώδεις, κιτρινοπράσινες, ημίρρευστες. (Βρεφική χολέρα.)
14. Ουροποιητικά όργανα
Έντονος πόνος σαν από κόψιμο στην περιοχή των νεφρών· η αποβολή ούρων έχει ανασταλεί ή τα ούρα είναι λιγοστά ή αιματηρά.
15. Ανδρικά γεννητικά όργανα
(Πολύ συχνές εκσπερματίσεις σπέρματος αναστέλλονται από αυτό.)
16. Γυναικεία γεννητικά όργανα
Δρα καλά κατά την εγκυμοσύνη. Ερυσίπελας των μαστών. Φλεγμονή των θηλών.
17, 18. Αναπνευστικά όργανα και θώρακας. — Ο θώρακας δίνει την αίσθηση ότι είναι διευρυμένος. Αίσθηση σαν να έχουν προσκολληθεί οι πνεύμονες στον θώρακα. Βήχας με απώλεια συνείδησης, διέγερση, ερυθρό πρόσωπο, πόνο στο στομάχι ή έμετο χολής. Διακοπτόμενη αναπνοή κατά τον ύπνο. Συμπτώματα του θώρακα < στη θέση βαθιού καθίσματος. Καφέ κηλίδες στον θώρακα. Οίδημα της εξωτερικής επιφάνειας του θώρακα.
21. Άκρα
Διαπύηση των μασχαλιαίων αδένων. Καφέ κηλίδα στον αγκώνα. Δοθιήνες στους γλουτούς. Ανησυχία· ακούσιες εκτινάξεις· απότομα τινάγματα.
26. Ύπνος
Κοιμάται με τα μάτια ανοικτά. Σταματά να αναπνέει κατά την επέλευση του ύπνου· ξυπνά με αίσθημα πνιγμού.
< μετά τον ύπνο. Ενοχλητική παρατεταμένη αϋπνία.