Magnesium sulphuricum
από Timothy F. Allen — Εγκυκλοπαίδεια της καθαρής Materia Medica
Ιστορική πηγή αναφοράς για επαγγελματίες και φοιτητές. Οι παρακάτω δηλώσεις αντικατοπτρίζουν την ομοιοπαθητική διδασκαλία του αναφερόμενου συγγραφέα και δεν τεκμηριώνουν την αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Το παρόν κείμενο δεν αποτελεί ιατρική συμβουλή και δεν πρέπει να υποκαθιστά την κατάλληλη διάγνωση ή φροντίδα.
Θειικό μαγνήσιο. MgSO4
,7H2 O. (Άλατα Epsom.)
Παρασκευή , Λειοτριβήσεις.
Πηγές.
1 , Nenning, Hartlaub and Trinks Annalen, 4, 466· 2 , Hencke, N. Archiv. f. Hom., 1, 3, p. 185, πήρε 2 κόκκους 1st cent. trit. την πρώτη ημέρα· 4 κόκκους τη δεύτερη ημέρα· 8 κόκκους την τρίτη ημέρα· 12 κόκκους την τέταρτη ημέρα (πήρε μία δόση Nux vom. το απόγευμα της τρίτης ημέρας, το βράδυ της δέκατης, καθώς και κατά τη διάρκεια του πυρετού το βράδυ της ενδέκατης ημέρας).
ΨΥΧΙΣΜΟΣ
- Συναισθηματικά.
- Ζωηρή διάθεση· ικανοποιημένος με τον εαυτό του και τους άλλους (δεύτερη, τρίτη και τέταρτη ημέρα), 1.
- Ήταν πολύ ζωηρή και χαρούμενη, σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι για πολύ καιρό προηγουμένως, σαν να ήταν κάπως μεθυσμένη, 1.
- Ήταν τόσο καταβεβλημένη και δακρυσμένη, ώστε φοβήθηκε κάπως, 1.
- Ανήσυχη, σαν να είχε επίγνωση κάποιου κακού, το πρωί κατά την αφύπνιση (δέκατη τρίτη ημέρα), 1.
- Φοβισμένη, δακρυσμένη, πολύ κατηφής· νόμιζε ότι θα της συνέβαινε κάποια συμφορά· ιδιαίτερα το πρωί (δεύτερη και τρίτη ημέρα), 1.
- Ευερέθιστη· δεν ήθελε καθόλου να είναι υποχρεωμένη να μιλήσει, το απόγευμα, 1.
- Κακόκεφη, ευερέθιστη, εξοργιζόταν εύκολα (ενδέκατη ημέρα), 1.
- Πολύ διεγερμένη, ευαίσθητη, τίποτε δεν την ικανοποιούσε, 1.
- Διανοητικά.
- Απροθυμία για εργασία, στις 9 P.M. (πέμπτη ημέρα), 3. [10.]
- Απροθυμία για κάθε εργασία (δέκατη ημέρα), 2.
- Της φαινόταν πως δεν είχε εντελώς τα λογικά της· ενώ έπλεκε, έβλεπε συνεχώς παράξενα πρόσωπα γύρω της, αν και γνώριζε ότι επρόκειτο για παραίσθηση (δεύτερη έως τέταρτη ημέρα), 1.
ΚΕΦΑΛΗ
- Ίλιγγος.
- Ίλιγγος το πρωί· τα μάτια έκλειναν χωρίς υπνηλία, 1.
- Ίλιγγος, μέχρι σημείου πτώσης προς τα εμπρός, κατά τη διάρκεια του γεύματος και μετά από αυτό, 1.
- Ίλιγγος και θόλωση της κεφαλής, αμέσως μετά από νέα δόση· ανακουφίζονταν στον ανοιχτό αέρα, 1.
- Ίλιγγος και βάρος της κεφαλής, αμέσως μετά το γεύμα (ένατη ημέρα), 1.
- Γενικά για την κεφαλή.
- Θόλωση της κεφαλής (δέκατη ημέρα)· στις 9 P.M. (πέμπτη ημέρα), 2.
- Θόλωση στην κεφαλή κατά την πρωινή έγερση, η οποία εξαφανίζεται έπειτα από μία ώρα (τέταρτη ημέρα), 2.*
- Θόλωση της κεφαλής το απόγευμα· με κάποιον πιεστικό πόνο στο μέτωπο (έβδομη ημέρα), 2.
- Θόλωση της κεφαλής, που αυξανόταν μέχρι πιεστικής κεφαλαλγίας στο αριστερό μετωπιαίο έπαρμα, το απόγευμα (τρίτη ημέρα), 2. [20.]
- Θόλωση στην κεφαλή, με αίσθημα πληρότητας στην κοιλιά, στις 5 P.M. (ένατη ημέρα), 2.
- Τόσο μεγάλη θόλωση της κεφαλής, ώστε της φαινόταν ότι θα έχανε τα λογικά της (μετά τη δεύτερη δόση), 1.
- Βάρος και αίσθημα σύγχυσης το πρωί κατά την αφύπνιση, που εξαφανίζονταν μετά την έγερση, 1.
- Μεγάλο βάρος της κεφαλής κατά την έμμηνο ρύση (πρώτη και δεύτερη ημέρα), 1.
- (Ένα αίσθημα βάρους στην κεφαλή, που προϋπήρχε επί πολύ καιρό, εξαφανίστηκε και αισθανόταν πολύ ανάλαφρη και δραστήρια), 1.
- Κατά την κίνηση της κεφαλής, φαίνεται σαν ο εγκέφαλος να είναι χαλαρός (δωδέκατη ημέρα), 1.
- Κεφαλαλγία· θόλωση σαν να ήταν η κεφαλή δεμένη, με θερμότητα· συχνά επίσης με εφίδρωση, 1.
- Η κεφαλή είναι θολωμένη, σαν να ήταν δεμένη ή βιδωμένη, ακόμη και το πρωί· αμβλεία πιεστική κεφαλαλγία το απόγευμα, που διαρκεί μέχρι το βράδυ (τρίτη ημέρα), 1.
- Συμπιεστική κεφαλαλγία και από τις δύο πλευρές· με θερμότητα στην κεφαλή και ερυθρότητα του προσώπου, 1.
- Αίσθηση σαν να ήταν η κεφαλή βιδωμένη, όταν την κινούσε το πρωί στο κρεβάτι· δεν τολμούσε να κινήσει τα μάτια προς καμία πλευρά εξαιτίας της πιεστικής κεφαλαλγίας, σαν να ήταν βιδωμένα (δωδέκατη ημέρα), 1. [30.]
- Πόνος στην κεφαλή σαν από νυγμούς με μαχαίρια, ακόμη και γύρω στη 1 A.M., αλλά εντονότερος το απόγευμα, ώστε αναγκάστηκε να ξαπλώσει· ο πόνος στους κροτάφους, στο μέτωπο και στον αυχένα διαρκεί με μεγάλη ένταση μέχρι τα μεσάνυχτα και κατόπιν μειώνεται μέχρι το πρωί (πρώτη ημέρα), 1.
- Μικροί, πολύ οξείς νυγμοί εδώ κι εκεί στην κεφαλή, κατά το προμεσημβρινό διάστημα (ενδέκατη ημέρα), 1.
- Συχνές σφύξεις ή χτύποι σαν ρολογιού, πρώτα στο μέτωπο και κατόπιν σε ολόκληρη την κεφαλή, το απόγευμα και το βράδυ, 1.
- Επώδυνη βροντώδης ανατάραξη στην κεφαλή σε κάθε βήμα, διάρκειας μισής ώρας, μετά το γεύμα, 1.
- Ο εγκέφαλος φαίνεται να κινείται καθώς κινείται ο ίδιος, 1.
- Μέτωπο.
- Αμβλύς πόνος στο μέτωπο και αίσθηση σαν το μέτωπο να ήταν γεμάτο και παχύ (πρώτη ημέρα), 1.
- Αίσθημα βάρους στο μέτωπο, με θερμότητα στην κεφαλή, και αίσθηση σαν κάτι να πίεζε προς τα έξω από το μέτωπο, κατά την ανασήκωση μετά από σκύψιμο, 1.
- Επώδυνο τρύπημα προς τα μέσα πάνω από το αριστερό μάτι, το βράδυ στο κρεβάτι, διάρκειας μίας ώρας, ακολουθούμενο από θόλωση ολόκληρης της κεφαλής, 1.
- Πίεση και διαρρηκτικός πόνος στο μέτωπο, στις 6 P.M., 1.
- Αίσθηση στο μέτωπο σαν κάτι βαρύ να πίεζε προς τα εμπρός, κατά την ανασήκωση μετά από σκύψιμο· το πρωί, βίαιη συρροή αίματος, 1. [40.]
- Διαρρηκτικός πόνος στο μέτωπο και κατόπιν σε ολόκληρη την κεφαλή, καλύτερα στον ανοιχτό αέρα, 1.
- Διαρρηκτικός πόνος στην περιοχή του μετωπιαίου οστού, η οποία πονούσε επίσης κατά την εξωτερική αφή, από τις 2 έως τις 4 P.M. (τρίτη ημέρα), 1.
- Πόνος σαν από μώλωπα στο μέτωπο καθ’ όλο το προμεσημβρινό διάστημα, 1.
- Κρόταφοι.
- Έντονοι νυγμοί και στους δύο κροτάφους, διάρκειας δύο ωρών (εικοστή τρίτη ημέρα), 1.
- Λεπτοί νυγμοί και στους δύο κροτάφους, εναλλάξ και συχνά, κατά το προμεσημβρινό διάστημα, 1.
- Διαρρηκτικός πόνος στον αριστερό κρόταφο, που επανερχόταν συχνά (πρώτη ημέρα), 1.
- Διαρρηκτικός πόνος στον αριστερό κρόταφο, το απόγευμα, συχνά κατά το πλέξιμο, 1.
- Κορυφή.
- Θερμότητα στην κορυφή της κεφαλής και πόνος σαν να τραβούσαν τα μαλλιά, 1.
- Αίσθηση τρυπήματος στη δεξιά πλευρά της κορυφής, ακολουθούμενη από θόλωση, κατά το προμεσημβρινό διάστημα, 1.
- Βρεγματικές περιοχές.
- Πόνος σαν τρύπημα στην αριστερή πλευρά της κεφαλής, με αίσθημα εσωτερικής θερμότητας, όλο το απόγευμα, 1. [50.]
- Συχνός επώδυνος διαρρηκτικός πόνος στην κορυφή, τόσο ώστε την έπιανε με το χέρι, 1.
- Πιεστική κεφαλαλγία και στις δύο πλευρές, που εκτεινόταν προς τα πίσω (όγδοη ημέρα), 1.
- Αμβλείς νυγμοί στη δεξιά πλευρά της κεφαλής (πρώτη ημέρα), 1.
- Ένας αμβλύς νυγμός στη δεξιά πλευρά της κεφαλής, κατά τη στροφή της κεφαλής προς τα δεξιά, το πρωί μετά την έγερση (ενδέκατη ημέρα), 1.
- Τσιμπήματα ή σφύξεις στη δεξιά πλευρά της κεφαλής, κατά το βάδισμα στον ανοιχτό αέρα, που εξαφανίζονταν μέσα στο σπίτι (όγδοη ημέρα), 5.
- Ινίο.
- Πιεστικός πόνος στο ινίο, το πρωί, που εξαφανίστηκε στον ανοιχτό αέρα, 1.
- Αναγκάστηκε να ξαπλώσει εξαιτίας πιεστικού πόνου στο ινίο και από τις δύο πλευρές, 1.
- Μεγάλη ευαισθησία του ινίου και, κατά το σκύψιμο, αίσθηση στο μέτωπο σαν κάτι να έπεφτε προς τα εμπρός· ο πόνος χειρότερος κατά την κατάκλιση· επίσης, δεν τολμούσε να βήξει εξαιτίας του τραντάγματος, 1.
- Η κεφαλαλγία στο ινίο επανεμφανίστηκε από τη μεταφορά μεγάλου βάρους επάνω στους ώμους (εικοστή πρώτη ημέρα), 1.
ΟΦΘΑΛΜΟΣ
- Τα μάτια καίνε όλη την ημέρα, χωρίς να είναι φλεγμαίνοντα, 1. [60.]
- Τα μάτια καίνε από το φως το βράδυ και το πρωί (τρίτη ημέρα), 1.
- Αίσθηση σαν να βρισκόταν μια σφαίρα επάνω στο αριστερό μάτι (εικοστή δεύτερη και εικοστή τρίτη ημέρα), 1.
- Αν θέλει να κοιτάξει προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά χωρίς να στρέψει πολύ την κεφαλή, αισθάνεται έντονο πόνο, ιδιαίτερα στο δεξί μάτι, σαν αυτό να προεξείχε από τον κόγχο του, 1.
- Νυγμοί σαν από λεπτές βελόνες και στα δύο μάτια, όλη την ημέρα, 1.
- Συχνοί λεπτοί νυγμοί στον δεξιό έσω κανθό, διάρκειας μισής ώρας (δεύτερη ημέρα), 1.
- Διαρρηκτικός πόνος στα μάτια, με θαμπή όραση, το πρωί (τρίτη ημέρα), 1.
- Κόγχος.
- Πιεστικός πόνος σαν να βρισκόταν μια σκληρή σφαίρα επάνω στο άνω χείλος του κόγχου (εικοστή δεύτερη και εικοστή τρίτη ημέρα), 1.
- Συχνοί νυγμοί, σαν από σουβλί, πάνω από το αριστερό χείλος του κόγχου, 1.
- Όραση.
- Θάμβος των ματιών, με συχνή παροδική υπνηλία, 1.
- Φωτοφοβία, με δακρύρροια, ακόμη και κατά τη διάρκεια της ημέρας (εικοστή δεύτερη ημέρα), 1.
ΑΥΤΙ. [70.]
- Επώδυνη αίσθηση στη δεξιά κόγχη του αυτιού, σαν αυτή να περιστρεφόταν βίαια, το πρωί (πέμπτη ημέρα), 1.
- Επώδυνο τρύπημα στο αριστερό αυτί, μόλις ανεκτό, 1.
- Συχνοί νυγμοί κάτω από το αριστερό αυτί (εικοστή δεύτερη ημέρα), 1.
- Αμβλείς νυγμοί βαθιά στο αριστερό αυτί, στις 10 A.M. (πρώτη ημέρα), 1.
- Νυγμοί στο αριστερό αυτί ενώ στεκόταν όρθια (μετά από νέα δόση), 1.
- Ακοή.
- Θόρυβοι στο αριστερό αυτί, που επαναλαμβάνονταν κατά διαστήματα, συχνά πολύ έντονοι, ώστε το αυτί γινόταν πολύ ευαίσθητο, 1.
- Δυνατοί θόρυβοι στο αριστερό αυτί, συχνοί αλλά διαλείποντες (πρώτη ημέρα), 1.
- Πότε κωδωνισμός και πότε βοή σαν νερό στο αριστερό αυτί (πρώτη ημέρα), 1.
- Κοάσματα στο αριστερό αυτί, σαν από βατράχους, ενώ καθόταν· νόμιζε ότι έπρεπε να τα ακούν όλοι, διάρκειας δύο λεπτών (πρώτη ημέρα), 1.
ΜΥΤΗ
- Αντικειμενικά.
- Συχνό φτέρνισμα, με αίσθημα καταρροής, χειρότερο κατά το προμεσημβρινό διάστημα (ένατη και δέκατη ημέρα), 1. [80.]
- Αρκετές σταγόνες διαυγούς νερού ρέουν από τη μύτη, χωρίς κανένα σύμπτωμα καταρροής (όγδοη ημέρα), 1.
- Με το φύσημα της μύτης αποβλήθηκε πολλή κηρώδης κίτρινη βλέννα (μετά από δώδεκα ημέρες), 1.
- Έκκριση παχύρρευστης βλέννας από τη μύτη (έκτη ημέρα), 2.
- Καταρροή με απόφραξη το πρωί μετά την έγερση, αλλά ρέουσα το απόγευμα, 1.
- Καταρροή (δέκατη ημέρα), 2.
- Καταρροή και βήχας (δωδέκατη ημέρα), 2.
- Λίγη καταρροή, με κάποιον πόνο στο άνω χείλος κάτω από τη μύτη, κατά το προμεσημβρινό διάστημα· προς το βράδυ, αυξημένη έκκριση βλέννας στη μύτη, με κάπως τραχιά φωνή, ερεθισμό για κοφτό, ξηρό βήχα και, κατά διαστήματα, απόχρεμψη παχύρρευστης βλέννας, η οποία φαινόταν να προέρχεται από τις οπίσθιες ρινικές χοάνες (τραχεία και πνεύμονες εντελώς ελεύθεροι), (πέμπτη ημέρα), 2.
- Ρέουσα καταρροή το απόγευμα, 1.
- Ρέουσα καταρροή, με απώλεια της όσφρησης, επί δύο ημέρες (μετά από οκτώ ημέρες), 1.
- Ρέουσα καταρροή, με πόνο στο στήθος και βήχα, χωρίς απόχρεμψη (δέκατη ημέρα), 1. [90.]
- Καθώς ο βήχας εξαφανίζεται, η καταρροή χειροτερεύει (μετά από έντεκα ημέρες), 1.
- Ρέουσα καταρροή, ώστε νερό να ρέει άφθονο από τη μύτη, με τραχιά φωνή, 1.
- Άφθονη καταρροή, με απόφραξη του αριστερού ρώθωνα, 1.
- Επίσταξη, χωρίς ανακούφιση της κεφαλαλγίας, 1.
- Επίσταξη κατά διαστήματα, ακόμη και στις 2 A.M., ακολουθούμενη το πρωί από ανακούφιση των ενοχλημάτων της κεφαλής, 1.
- Υποκειμενικά.
- Αίσθημα καύσου στον αριστερό ρώθωνα (όπως συμβαίνει συχνά στην αρχή της καταρροής), 1.
- Πίεση στο άνω τμήμα της ρίζας της μύτης, και στις δύο πλευρές, σαν πίεση προς τα κάτω (μετά από δεκαοκτώ ημέρες), 1.
- Επώδυνη αίσθηση στο δεξιό πτερύγιο της μύτης, μόνο κατά την αφή, 1.
- Η μύτη γίνεται ευαίσθητη, σαν να πονούσε εσωτερικά από το συχνό φύσημα, κατά τη ρέουσα καταρροή (δέκατη ημέρα), 1.
- Πόνος σαν από εξέλκωση στη δεξιά πλευρά της μύτης, κατά την πίεση επάνω της, 1. [100.]
- Πόνος στην έξω γωνία του δεξιού ρώθωνα, σαν να είχε εξελκωθεί (όγδοη ημέρα), 1.
ΠΡΟΣΩΠΟ
- Σχιστικός πόνος στα οστά της δεξιάς πλευράς του προσώπου, στις 3 P.M. (πρώτη ημέρα), 1.
- Παρειές.
- Σχιστικός πόνος στο αριστερό ζυγωματικό· το σημείο παραμένει ευαίσθητο για πολλή ώρα, 1.
- Σφοδρός σχιστικός πόνος στο αριστερό ζυγωματικό, στις 2 A.M., 1.
- Χείλη.
- Το άνω χείλος κάτω από τη μύτη είναι κάπως ερυθρό και τεταμένο (έκτη ημέρα), 2.
- Αίσθημα καύσου στα χείλη, με ξηρότητα, το βράδυ (ενδέκατη ημέρα), 1.
- Πηγούνι.
- Σχιστικό αίσθημα, κάπως επώδυνο, από την αριστερή υπογνάθια χώρα προς το κεφάλι (πρώτο απόγευμα), 1.
ΣΤΟΜΑ
- Δόντια.
- Οδονταλγία· ελαφρύς υπόκωφος πόνος σε αριστερό άνω οπίσθιο δόντι με κοιλότητα, το βράδυ πριν ξαπλώσει, 1.
- Οδονταλγία, ιδίως κατά την είσοδο στο σπίτι από τον υπαίθριο αέρα, που διαρκεί μισή ώρα· επίσης το βράδυ αφού ξαπλώσει, οπότε κατόπιν ο πόνος εξαφανίζεται· επιδεινώνεται από τη ζέστη και το κρύο, καθώς και από την επαφή της τροφής, 1.
- Σχιστική οδονταλγία, το βράδυ στο κρεβάτι (όγδοη ημέρα), 1. [110.]
- Οδονταλγία, με παλμούς σε αριστερό οπίσθιο δόντι, μαζί με θερμότητα στο κεφάλι, 1.
- Τινακτικός πόνος στους άνω τομείς, μετά τις 8 P.M. (δεύτερη ημέρα και συχνά)· όχι στο κρεβάτι, αλλά ιδίως κατά το προμεσημβρινό διάστημα, 1.
- Γλώσσα.
- Επιχρισμένη γλώσσα (δέκατη και δωδέκατη ημέρα), 2.
- Γλώσσα κάπως επιχρισμένη (όγδοη και ένατη ημέρα), 2.
- Μια φυσαλίδα στο αριστερό χείλος της γλώσσας, με κοπτικό πόνο, 1.
- Αίσθημα γδαρσίματος στη γλώσσα, μετά το γεύμα, έως προς το βράδυ (δεύτερη ημέρα), 1.
- Γενικά για το στόμα.
- Το στόμα και ο λαιμός πολύ ξηρά, σαν να ήταν μουδιασμένα, με γλυκίζουσα πικρή γεύση, το πρωί, 1.
- Γεύση.
- Πικρή γεύση το πρωί μετά το ξύπνημα, η οποία εξαφανίζεται μετά το πρωινό, 1.
ΛΑΙΜΟΣ
- Αντικειμενικά.
- Συχνά βλέννα στον λαιμό, την οποία δεν μπορούσε ούτε να καταπιεί ούτε να αποχρέμψει, 1.
- Συχνός καθαρισμός του λαιμού με απόχρεμψη άγευστης βλέννας, το πρωί, 1.
- Υποκειμενικά. [120.]
- Ξηρότητα και πόνος στον λαιμό, ακόμη και όταν δεν καταπίνει, 1.
- Αίσθημα καύσου και νυγμοί χαμηλά στον λαιμό, κατά τη διάρκεια και μετά την κατάποση, αλλά περισσότερο κατά τη διάρκειά της, 1.
- Νυγμώδης πόνος στον λαιμό, που εμφανίζεται τη νύχτα και επιδεινώνεται με την κατάποση, 1.
- Πόνος στις οπίσθιες ρινικές χοάνες, κατά τον βήχα και την πολλή ομιλία, σαν να περνούσε ορμητικά από εκεί ρεύμα αέρα (δωδέκατη ημέρα), 1.
ΣΤΟΜΑΧΙ
- Όρεξη.
- (Η όρεξη και η ευχαρίστηση από την τροφή επανέρχονται την έβδομη ημέρα), 1.
- Μειωμένη όρεξη (όγδοη ημέρα), 2.
- Λίγη όρεξη (δέκατη ημέρα), 2.
- Απώλεια της όρεξης για δύο ολόκληρες ημέρες και αποστροφή μόνο προς το κρέας· αισθανόταν πολύ αδιάθετη, χωρίς να γνωρίζει ακριβώς τι είχε (δωδέκατη και δέκατη τρίτη ημέρα), 1.
- Πλήρης απώλεια της όρεξης, αποστροφή προς τη ζεστή τροφή· το ψωμί φαίνεται να της ταιριάζει καλύτερα, 1.
- Καμία πείνα, ωστόσο απολαμβάνει την τροφή της, αν και δεν θέλει να φάει κρέας (δωδέκατη ημέρα), 1. [130.]
- Ούτε πείνα ούτε όρεξη· ωστόσο καμία αποστροφή προς την τροφή, 1.
- Αποστροφή προς κάθε τροφή, ακόμη και όταν τη σκέφτεται (δεύτερη ημέρα), 1.
- Αποστροφή προς κάθε τροφή που σκεφτόταν, έως το βράδυ, όταν είχε ναυτία αλλά μπορούσε να φάει, 1.
- Ο καπνός δεν ήταν ευχάριστος (όγδοη ημέρα), 2.
- Αποστροφή προς τον καπνό (δέκατη ημέρα), 2.
- Καμία επιθυμία για κάπνισμα (ένατη και δωδέκατη ημέρα), 2.
- Δίψα.
- Δίψα το πρωί μετά την έγερση, η οποία εξαφανίζεται μετά το πρωινό (τρίτη και τέταρτη ημέρα), 1.
- Δίψα το βράδυ, για αρκετές ημέρες, χειρότερη μέσα στο σπίτι (μετά από εννέα ημέρες), 1.
- Δίψα το τρίτο βράδυ και ολόκληρη την τέταρτη ημέρα (κατά την έμμηνο ρύση), 1.
- Ελαφρά δίψα, στην οποία μπορεί να αντισταθεί (ενδέκατη ημέρα), 1.
- Ερυγές. [140.]
- Συχνές κενές ερυγές, αλλά μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας (όγδοη, ένατη και δέκατη ημέρα), 1.
- Συχνές κενές ερυγές, με απώλεια της όρεξης (δεύτερη ημέρα), 1.
- Ερυγές που φέρνουν νερό στο στόμα, μετά την κατανάλωση πατατών, και διαρκούν δύο ώρες (δέκατη ημέρα), 1.
- Πικρές ερυγές, ακολουθούμενες από τη γεύση της τροφής που είχε καταναλωθεί την προηγούμενη ημέρα (σύντομα), 1.
- Ερυγές με γλοιώδη γεύση (τρίτη ημέρα), 1.
- Ερυγές με γεύση χαλασμένων αυγών, αρκετές φορές (πρώτη ημέρα), 1.
- Συχνές ερυγές με γεύση σαν χαλασμένα αυγά , το πρωί (πέμπτη ημέρα), 1.*
- Συσσώρευση νερού στο στόμα, με λίγη ναυτία και ανακατωσούρα (σύντομα), 1.
- Συχνή συσσώρευση νερού στο στόμα, το οποίο ανεβαίνει από το στομάχι, με αποστροφή προς κάθε τροφή, 1.
- Ναυτία και έμετος.
- Ναυτία που έφθανε ακόμη και σε έμετο, κατά το προμεσημβρινό διάστημα και το απόγευμα (ένατη ημέρα), 1. [150.]
- Ναυτία και ανακατωσούρα τη νύχτα· στριφογυρίζει από τη μια πλευρά στην άλλη λόγω δυσφορίας, αν και χωρίς ψυχρότητα ή θερμότητα, 1.
- Έμετος το απόγευμα, πρώτα τροφής και έπειτα βλέννας, 1.
- Στόμαχος.
- Αίσθηση στο στομάχι σαν να είχε διαταραχθεί από αλλοιωμένα φρούτα, 1.
- Αίσθημα ψυχρότητας στο στομάχι και ανακατωσούρα, το πρωί στο κρεβάτι, 1.
- Πίεση στο επιγάστριο, το οποίο ήταν επίσης ευαίσθητο εξωτερικά, 1.
- Αρκετοί καυστικοί νυγμοί εξωτερικά γύρω από την επιγαστρική χώρα, συχνά το πρωί, 1.
- Αίσθημα τρεμουλιάσματος στο στομάχι, έπειτα αναγωγές νερού με δυσάρεστη γεύση και ναυτία, 1.
- Αίσθημα τρεμουλιάσματος στο στομάχι· γενική αδυναμία· αναγωγές νερού, 1.
ΚΟΙΛΙΑ
- Υποχόνδρια.
- Νυγμοί στο αριστερό υποχόνδριο, που διαρκούν ένα τέταρτο της ώρας, τόσο σε ανάπαυση όσο και κατά την κίνηση, 1.
- Νυγμοί στο αριστερό υποχόνδριο, το βράδυ πριν και αφού ξαπλώσει, οι οποίοι εξαφανίζονται όταν ξαπλώνει ανάσκελα, 1. [160.]
- Νυγμοί κάτω από τις αριστερές κατώτερες πλευρές, ενώ κάθεται, που επαναλαμβάνονται επτά φορές (πρώτη ημέρα), 1.
- Δυνατοί νυγμοί στην αριστερή υποχόνδρια χώρα, το βράδυ, επί μισή ώρα αφού ξαπλώσει, έτσι ώστε πίεζε και με τα δύο χέρια το επώδυνο σημείο, πράγμα που ανακούφιζε (πρώτη ημέρα και δεύτερο βράδυ), 1.
- Ομφαλική χώρα.
- Αίσθημα καύσου κάτω από τον ομφαλό, που διαρκεί μισή ώρα (σύντομα), 1.
- Σφοδροί νυγμοί γύρω από τον ομφαλό, που επιδεινώνονται με την κίνηση, 1.
- Γενικά για την κοιλιά.
- Διάταση της κοιλιάς (έβδομη ημέρα), 2.
- Διάταση της κοιλιάς το βράδυ, η οποία εξαφανίζεται τη νύχτα· αποβολή αερίων το επόμενο πρωί, 1.
- Η κοιλιά είναι διατεταμένη, αλλά μαλακή και ανώδυνη (δωδέκατη ημέρα), 2.
- Βορβορυγμοί στην κοιλιά και αποβολή αερίων (σύντομα), 1.
- Πλήρης απώλεια ύπνου όλη τη νύχτα, εξαιτίας σφοδρού πόνου στην κοιλιά· το πρωί μετά βίας μπορούσε να σηκωθεί· σωριάστηκε πάλι στο κρεβάτι και φαινόταν απαρηγόρητη· αφού μύρισε Camphor τρεις φορές, ακολούθησαν διαδοχικά τρεις μαλακές κενώσεις, με εξαφάνιση όλων των απειλητικών συμπτωμάτων, και επανήλθαν η όρεξη και το χρώμα, 1.
- Πόνος στην κοιλιά, στο επιγάστριο και στο στήθος, χωρίς βήχα, 1. [170.]
- Απερίγραπτος πόνος, σχεδόν σαν νυγμός, σε ολόκληρη την κοιλιά, κατά το προμεσημβρινό διάστημα, μετά από πατάτες που είχαν καταναλωθεί το προηγούμενο βράδυ, 1.
- Αίσθημα πληρότητας στην κοιλιά (δέκατη ημέρα), 2.
- Η κοιλιά ήταν τεταμένη, σκληρή και άκαμπτη, αν και είχε φάει ελάχιστα, 1.
- Συσφικτικό άλγος εξωτερικά, που επεκτείνεται προς το υπογάστριο, το απόγευμα και το βράδυ, 1.
- Συσφικτικός πόνος στην κοιλιά κατά τη διάρκεια του γεύματος, του οποίου προηγείται έπειξη για κένωση, 1.
- Συσφικτικός ή νυγμώδης πόνος στην κοιλιά μετά από κένωση στις 6 P.M.· κατόπιν ο πόνος επανήλθε, σφοδρότερος, και στα δύο ισχία, διήρκεσε κάποιο διάστημα και έπειτα εξαφανίστηκε (δεύτερη ημέρα), 1.
- Τσίμπημα, συσφικτικός πόνος και μανιώδης αναστάτωση στην κοιλιά, σαν από καθαρτικό, το βράδυ μετά τη λήψη γάλακτος (πέμπτη ημέρα), 1.
- Αίσθημα επώδυνου τραβήγματος στην κοιλιά (αμέσως μετά από μια δόση), 1.
- Λεπτά τσιμπήματα στην κοιλιά με σκληρή κένωση (πρώτη και δεύτερη ημέρα), 1.
- Υπογάστριο και λαγόνιες χώρες.
- Δυσάρεστο αίσθημα βάρους χαμηλά στην κοιλιά, με ευαισθησία στη βουβωνική χώρα· ανακουφίζεται από άφθονη αποβολή αερίων, το απόγευμα (δεύτερη ημέρα), 2. [180.]
- Βασανιστικό αίσθημα βάρους στο κάτω μέρος της κοιλιάς, με θαμπάδα στο κεφάλι, που ανακουφίζεται κάπως μετά από κένωση του εντέρου, το απόγευμα (τρίτη ημέρα), 2.
- Τάση και στις δύο βουβωνικές χώρες, περισσότερο όμως στη δεξιά, σαν να συγκρατούσε κανείς τα ούρα κατά την ούρηση· με το τέντωμα, αίσθηση σαν να επρόκειτο να σπάσει (ένατη ημέρα), 1.
- Βαρύ τράβηγμα και στις δύο βουβωνικές χώρες και πόνος στην οσφύ, σαν από μετεωρισμό, ακολουθούμενα από σκληρή κένωση, 1.
ΚΕΝΩΣΕΙΣ
- Διάρροια.
- Διάρροια πέντε φορές από το μεσημέρι έως το βράδυ, της οποίας προηγήθηκε βορβορυγμός στην κοιλιά και η οποία συνοδευόταν από συστρεπτικούς πόνους στην κοιλιά (μετά από νέα δόση), 1.
- Μετά από φυσιολογικές κενώσεις επί αρκετές ημέρες, η διάρροια επανήλθε, 1.
- Διαρροϊκές κενώσεις, των οποίων προηγήθηκαν διάταση, αποβολή δύσοσμων αερίων και βορβορυγμός στην κοιλιά (σύντομα), 1.
- Διαρροϊκές κενώσεις τέσσερις φορές, με μεγάλη δίψα· την επόμενη ημέρα σκληρή κένωση (όγδοη ημέρα), 1.
- Λεπτόρρευστα κόπρανα (πρώτη και δεύτερη ημέρα), 1.
- Λεπτόρρευστα κόπρανα το πρωί και το βράδυ (δωδέκατη ημέρα)· σκληρά το βράδυ (δέκατη τρίτη ημέρα)· κατόπιν, επί λίγες ημέρες, μαλακά κόπρανα, 1.
- Λεπτόρρευστα κόπρανα με τεινεσμό, δύο φορές διαδοχικά (δέκατη ημέρα), 1. [190.]
- Λεπτόρρευστες ανώδυνες κενώσεις κατά το προμεσημβρινό διάστημα, και κατά το ίδιο διάστημα έντονος βορβορυγμός και ακουστοί θόρυβοι στην κοιλιά, σαν να επρόκειτο να εκδηλωθεί διάρροια (πέμπτη ημέρα), 2.
- Η συνήθης κένωση (πρώτη ημέρα), μετά την οποία υπήρχαν συχνά πολύ μαλακά κόπρανα, 1.
- Μαλακά κόπρανα επί αρκετές ημέρες (μετά από δέκα ημέρες), πριν από τα οποία υπήρχαν συχνά σκληρές κενώσεις με πίεση, 1.
- Μαλακή κένωση (δεύτερη ημέρα)· σκληρή κένωση και, το απόγευμα, μαλακή κένωση ακολουθούμενη από τεινεσμό, και το βράδυ κένωση, αρχικά σκληρή και κατόπιν μαλακή (τρίτη ημέρα), 1.
- Μαλακή κένωση, ακολουθούμενη από τεινεσμό (δέκατη έβδομη ημέρα), 1.
- Μαλακή κένωση, με κάψιμο στον πρωκτό (δεύτερη ημέρα)· πάλι μαλακή (τρίτη ημέρα), 1.
- Μαλακή κένωση, με συνεχή κινητικότητα στην κοιλιά (δεύτερη και τρίτη ημέρα), 1.
- Κένωση μαλακή αλλά ατελής, ακολουθούμενη από πιο υδαρή κόπρανα, το μεσημέρι· το απόγευμα τέσσερις άφθονες υδαρείς κενώσεις, που αποβλήθηκαν αιφνίδια χωρίς πόνο· μόνο κατά την τελευταία, στις 11 μ.μ., ελαφρώς επώδυνη αίσθηση στην ομφαλική χώρα (τέταρτη ημέρα), 2.
- Μαλακή κένωση (πρώτη ημέρα)· σκληρότερη και όπως συνήθως, το πρωί μετά την έγερση (πέμπτη ημέρα), 1.
- Μαλακές και σκληρές κενώσεις εναλλάξ, αν και όχι τακτικά, 1. [200.]
- Σκληρή κένωση (την πρώτη ημέρα και μετά τις συνεχιζόμενες δόσεις)· μαλακή (δεύτερη και τρίτη ημέρα)· καμία κένωση (δωδέκατη ημέρα)· κατόπιν τακτικές κενώσεις, 1.
- Κένωση αποτελούμενη μόνο από λίγα σκληρά κομμάτια σαν καρύδια, που αποβλήθηκαν με μεγάλη προσπάθεια, αφού είχε προηγηθεί κωλικοειδής πόνος κάτω από τον ομφαλό· και μετά από μία ώρα, πάλι άκαρπη έπειξη και πίεση, ακολουθούμενες ύστερα από μισή ώρα από ικανοποιητική σκληρή κένωση και, αργότερα, από χαλαρή κένωση (έβδομη ημέρα), 1.
- Αποβολή σκωλήκων με κάθε κένωση (πρώτη ημέρα), 1.
- Δυσκοιλιότητα.
- Η συνήθης κένωση δεν έγινε το μεσημέρι (δεύτερη και τρίτη ημέρα), αλλά το βράδυ (τρίτη ημέρα) ήταν κολλώδης, μαλακή, ατελής και αποβλήθηκε με προσπάθεια, 2.
- Καμία κένωση (πρώτη, έβδομη, όγδοη και δέκατη έκτη ημέρα), 1.
- Καμία κένωση (έκτη και έβδομη ημέρα)· ατελής μαλακή κένωση (όγδοη ημέρα)· καμία κένωση (ένατη, δέκατη και ενδέκατη ημέρα)· επιθυμία για κένωση αρκετές φορές χωρίς αφόδευση (δωδέκατη ημέρα)· κατά το προμεσημβρινό διάστημα, ατελής μαλακή κένωση που αποβλήθηκε με προσπάθεια· το απόγευμα, δεύτερη, πιο άφθονη κένωση (δέκατη τρίτη ημέρα)· φυσιολογική κένωση το πρωί (δέκατη τέταρτη ημέρα), 2.
ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ
- Νυγμοί στο στόμιο της ουρήθρας μετά την ούρηση, επί αρκετά λεπτά, 1.
- Ούρηση.
- Αναγκάστηκε να σηκωθεί τρεις φορές τη νύχτα για να ουρήσει, αντίθετα από τη συνήθειά του, 1.
- Η ροή των ούρων διακόπτεται και τα ούρα στάζουν, με κάψιμο στο στόμιο (δωδέκατη ημέρα), 1.
- Ούρα.
- Αυξημένη ποσότητα ούρων (πρώτη, δεύτερη και τρίτη ημέρα), 1. [210.]
- Αυξημένη ποσότητα ούρων (έβδομη ημέρα)· αναγκάστηκε επίσης να σηκωθεί την επόμενη νύχτα για να ουρήσει, 1.
- Η έκκριση ούρων φαίνεται μειωμένη, 1.
- Τα ούρα που αποβλήθηκαν το πρωί ήταν άφθονα, ανοιχτοκίτρινα, σύντομα θόλωσαν και σχημάτισαν άφθονο ερυθρό ίζημα (δωδέκατη ημέρα), 2.
- Τα ούρα είναι πρασινωπά κατά την αποβολή, διαυγή και σε μεγάλη ποσότητα (δεύτερη ημέρα), 1.
- Άφθονο ερυθρό ίζημα στα ούρα (δέκατη ημέρα), 2.
ΓΕΝΝΗΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ
- Άρρενος.
- Στύσεις στις 2 μ.μ., πολύ ασυνήθιστες· και πάλι δύο ημέρες αργότερα (μετά από ένδεκα ημέρες), 1.
- Στύσεις χωρίς φαντασιώσεις και χωρίς επιθυμία για συνουσία, 1.
- Συχνά επανεμφανιζόμενοι νυγμοί στο πέος ενώ κάθεται και βαδίζει, όχι ενώ στέκεται, 1.
- Θήλεος.
- Παχύρρευστη λευκόρροια, τόσο άφθονη όσο η έμμηνος ρύση, με πόνο και αίσθημα κόπωσης στην οσφυϊκή χώρα και στους μηρούς, 1.
- Καυστική λευκόρροια κατά την κίνηση, και συχνά, 1. [220.]
- Λίγο αίμα από τον κόλπο μεταξύ των εμμήνων ρύσεων, 1.
- Η έμμηνος ρύση επανήλθε μετά από δεκατέσσερις ημέρες· η ροή ήταν παχύρρευστη, μαύρη και πιο άφθονη από το σύνηθες (μετά από δέκα ημέρες), 1.
- Έμμηνος ρύση επτά ημέρες πρόωρα, βραχεία και πενιχρή, 1.
- Έμμηνος ρύση τρεις ημέρες πρόωρα, χωρίς άλλα ενοχλήματα (δεύτερη ημέρα), 1.
- Έμμηνος ρύση δύο ημέρες πρόωρα (τη δεύτερη φορά κατά τη δοκιμή), 1.
- Έμμηνος ρύση καθυστερημένη κατά τρεις ημέρες και πενιχρή, διάρκειας τριών ημερών, 1.
- Έμμηνος ρύση πιο άφθονη από το σύνηθες, ιδίως την πρώτη ημέρα, 1.
- Έμμηνος ρύση επί δύο ημέρες, κατόπιν διακοπή επί δύο ημέρες και έπειτα επανεμφάνιση για μία ημέρα, 1.
ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ
- Φωνή.
- Φωνή υπόκωφη, καταρροϊκή, σαν βαθιά ανδρική φωνή, επί δύο ημέρες (μετά από ένδεκα ημέρες), 1.
- Βήχας και απόχρεμψη.
- Συχνός ερεθισμός για βήχα, στις 5 μ.μ. (ένατη ημέρα), 2. [230.]
- Βήχας που τραντάζει τον θώρακα και το κεφάλι (δέκατη ημέρα), 2.
- Κοφτός, ξηρός, ερεθιστικός βήχας, προκαλούμενος από γαργάλημα στο οπίσθιο τοίχωμα του φάρυγγα, που διαταράσσει τον ύπνο τη νύχτα· το γαργάλημα, σαν από προσκολλημένη βλέννα, συνεχιζόταν ακόμη και το πρωί, ιδίως κατά την εισπνοή, προκαλώντας κοφτό, ξηρό, ερεθιστικό βήχα (τρίτη ημέρα), 2.
- Υγρός βήχας, με αίσθημα επώδυνης ευαισθησίας σαν από πληγή στον λαιμό και στο στόμα (δέκατη ημέρα), 1.
- Βήχας το πρωί με λίγη απόχρεμψη, αλλά με πόνο σαν από πληγή στον θώρακα, σαν να είχε κοπεί σε κομμάτια, 1.
- Συχνός κοφτός, ξηρός, ερεθιστικός βήχας, με μικρή απόχρεμψη βλέννας κατά τη διάρκεια της ημέρας (πρώτη ημέρα), 1.
- Ξηρός βήχας, το βράδυ στο κρεβάτι, κατά τη διάρκεια του οποίου αποκοιμήθηκε (δέκατη τρίτη ημέρα), 1.
- Ξηρός βήχας, με κάψιμο στον φάρυγγα που κατεβαίνει έως πάνω από το επιγάστριο, όλη την ημέρα (ένατη ημέρα), 1.
- Πολύ εξαντλητικός ξηρός βήχας, το πρωί μετά την αφύπνιση· δεν του επιτρέπει να ξαπλώσει· αναγκάζεται να ανακαθίσει, πράγμα που ανακουφίζει· καλύτερα μετά την έγερση (δέκατη ημέρα), 1.
- Απόχρεμψη όξινης βλέννας, ιδίως το πρωί και επίσης συχνά κατά τη διάρκεια της ημέρας, 1.
ΘΩΡΑΚΑΣ
- Κάψιμο στον θώρακα, χωρίς βήχα, κατά το προμεσημβρινό διάστημα (τρίτη ημέρα), 1. [240.]
- Κάψιμο κάτω από το άνω τμήμα του στέρνου (δεύτερη και τρίτη ημέρα), 1.
- Κάψιμο στο μέσο του θώρακα, διάρκειας μισής ώρας (μετά από πέντε λεπτά, καθώς και το δεύτερο απόγευμα), 1.
- Πίεση στον θώρακα, με γαργαλιστικό ερεθισμό στον λάρυγγα και αίσθηση σαν ο πνεύμονας να ήταν υπερβολικά μεγάλος, ιδίως το πρωί στο κρεβάτι· αναγκάστηκε να σηκωθεί αρκετές φορές για να ανακουφιστεί (μετά από είκοσι δύο ημέρες), 1.
- Πίεση στον θώρακα τη νύχτα, η οποία δεν παύει ώσπου να αποχρέμψει λίγη κολλώδη βλέννα, στις 3 π.μ. (τέταρτη ημέρα), 1.
- Σφυγμώδης αίσθηση και σύσφιξη στον θώρακα και από τις δύο πλευρές· μόλις που μπορούσε να αναπνεύσει, ενώ έγραφε κατά το προμεσημβρινό διάστημα (ένατη ημέρα), 1.
- Πίεση στον θώρακα, με δυσχερή αναπνοή, διάρκειας μιάμισης ώρας, 1.
- Πίεση στο κατώτερο τμήμα του θώρακα, σαν από βάρος, με κάπως βραχεία αναπνοή, 1.
- Σύσφιξη του θώρακα, με κάψιμο στον θώρακα, κατά τη βάδιση, 1.
- Αμβλύς νυγμός κάτω από τον δεξιό μαστό, πάνω από το επιγάστριο, κατά την έγερση μετά από σκύψιμο, κατά το προμεσημβρινό διάστημα, 1.
- Νυγμοί στις κατώτερες νόθες πλευρές της δεξιάς πλευράς (πρώτη ημέρα), 1. [250.]
- Ένας νυγμός από τη μία πλευρά του θώρακα προς την άλλη, κατά την είσοδο στο σπίτι από τον υπαίθριο αέρα το βράδυ (δέκατη όγδοη ημέρα), 1.
- Μερικοί λεπτοί νυγμοί εδώ κι εκεί στον θώρακα, συχνά, 1.
- Μεγάλη εσωτερική επώδυνη ευαισθησία του θώρακα κατά τον βήχα, σαν κάψιμο, τόσο ώστε νόμιζε ότι θα αποσχιζόταν ένα κομμάτι του πνεύμονα (μετά από δώδεκα ημέρες), 1.
ΑΥΧΕΝΑΣ ΚΑΙ ΡΑΧΗ
- Αυχένας.
- Τάση στον αυχένα και μεταξύ των ώμων, το πρωί κατά την έγερση, 1.
- Τάση και νυγμώδης αίσθηση στον αυχένα και μεταξύ των ώμων, 1.
- Τάση στους τένοντες της δεξιάς πλευράς του αυχένα, κατά την ανάπαυση και την κίνηση, 1.
- Πόνος σαν τάση στους αυχενικούς σπονδύλους, με ευαισθησία στην αφή, τόσο ώστε δεν τολμούσε να ξαπλώσει επάνω τους· ανακουφιζόταν με τη βάδιση (τέταρτη ημέρα), 1.
- Ράχη.
- Σχιστικός πόνος που κατεβαίνει στη ράχη από την περιοχή μεταξύ των ώμων, μετά τα μεσάνυχτα, τόσο ώστε αναγκάστηκε να σηκωθεί και να περπατήσει για να ανακουφιστεί (έκτη ημέρα), 1.
- Η ράχη ήταν επώδυνη σαν από μώλωπα, κατά την πρωινή αφύπνιση (έκτη ημέρα), 1.
- Ραχιαία μοίρα.
- Πόνος σαν από μώλωπα και σαν από έλκος μεταξύ των ώμων, με αίσθημα σαν να υπήρχε όγκος μεγέθους γροθιάς, εξαιτίας του οποίου δεν μπορούσε να ξαπλώσει ανάσκελα· αν ξάπλωνε στο πλάι, αισθανόταν επίσης εκεί τον όγκο· ανακουφιζόταν με την εντριβή (όγδοη και ένατη νύχτα), 1. [260.]
- Αίσθηση σαν από χτύπημα μεταξύ των ώμων, όλη την ημέρα, 1.
- Οσφυϊκή μοίρα.
- Βάρος στην οσφυϊκή χώρα και κατά διαστήματα στα ισχία, επί δύο ημέρες (μετά από δέκα ημέρες), 1.
- Βίαιος πόνος στην οσφυϊκή χώρα, σαν από μώλωπα και σαν εκείνον πριν από την έμμηνο ρύση· επίσης πόνος στις βουβωνικές χώρες, χωρίς να μπορεί να προσδιοριστεί η εντόπιση του πόνου· ενώ κάθεται και στέκεται, καλύτερα κατά τη βάδιση· ενώ στέκεται, πονούν επίσης οι μηροί (μετά από δέκα ημέρες), 1.
ΑΚΡΑ ΓΕΝΙΚΑ
- Ελαφρύ αίσθημα τραβήγματος στα άκρα στις 9 μ.μ. (πέμπτη ημέρα), 2.
- Σχιστικός πόνος σε όλα τα άκρα, ιδίως στις άκρες των δακτύλων (δεύτερη ημέρα), 1.
- Πόνος σαν από μώλωπα στα άκρα (δέκατη ημέρα), 2.
ΑΝΩ ΑΚΡΑ
- Μούδιασμα του αριστερού άνω άκρου στο κρεβάτι, το πρωί μετά την αφύπνιση (πέμπτη ημέρα), 1.
- Σχιστικό άλγος σε ολόκληρο το δεξιό άνω άκρο, σε διάφορες ώρες, 1.
- Τινάγματα στα άνω άκρα τρεις διαφορετικές φορές, 1.
- Ώμος.
- Βίαιο σχιστικό άλγος στον αριστερό ώμο, κατά την ανάπαυση το απόγευμα, 1. [270.]
- Λεπτό νυγμώδες άλγος στην αριστερή μασχάλη, με κατεύθυνση προς τον θώρακα, παροδικό, 1.
- Βραχίονας.
- Πιεστικός πόνος στο μέσο του δεξιού βραχιονίου, μέσα στο οστό (πρώτη ημέρα), 1.
- Σχιστικό άλγος στην οπίσθια επιφάνεια του βραχίονα, το πρωί στο κρεβάτι, που ανακουφίζεται μετά την έγερση, 1.
- Σχιστικό άλγος στην κάτω επιφάνεια του αριστερού βραχίονα (πρώτη ημέρα), 1.
- Αγκώνας.
- Σχιστικό άλγος στον αριστερό αγκώνα (πρώτη ημέρα)· τόσο βίαιο, ώστε το σημείο εξακολουθούσε να είναι ευαίσθητο στην αφή (δεύτερη ημέρα)· εμφανιζόταν κατά την ανάπαυση από το γνέσιμο, 1.
- Αντιβράχιο.
- Σχιστικό άλγος στους τένοντες του αριστερού αντιβραχίου, στις 11 A.M., 1.
- Καρπός.
- Επώδυνο σχιστικό αίσθημα στον αριστερό καρπό, συχνά από το μεσημέρι έως το βράδυ, ακολουθούμενο από μεγάλη ευαισθησία του σημείου, 1.
- Άκρα χείρα.
- Τρόμος των χεριών, τόσο έντονος ώστε έχυσε τη σούπα της (τρίτη, τέταρτη και πέμπτη ημέρα), 1.
- Συσπάσεις μεταξύ του αριστερού αντίχειρα και του δείκτη (δέκατη έβδομη ημέρα), 1.
- Αίσθημα τραβήγματος στην αριστερή άκρα χείρα, που τραβά τα δάκτυλα προς τα μέσα, 1. [280.]
- Σχιστικό και νυγμώδες άλγος στη δεξιά άκρα χείρα, με επώδυνο τράβηγμα του χεριού και των δακτύλων προς τα μέσα, ώστε για κάποιο χρονικό διάστημα δεν μπορούσε να τα κινήσει, το απόγευμα (δεύτερη ημέρα), 1.
- Δάκτυλα.
- Οξείες σουβλιές στη δεύτερη φάλαγγα του δεξιού αντίχειρα, που διακόπτονται ανά σύντομα διαστήματα, κατά το γράψιμο (ενδέκατη ημέρα), 1.
- Μερικές λεπτές σουβλιές στην άκρη του δεξιού αντίχειρα, μετά το δείπνο, 1.
- Σχιστικά άλγη τη νύχτα στις άκρες των δακτύλων, άλλοτε του δεξιού και άλλοτε του αριστερού χεριού, 1.
- Πόνος σαν από εξέλκωση στο οπίσθιο σαρκώδες μέρος του αριστερού αντίχειρα, κατά την κίνηση του αντίχειρα· επίσης κατά την πίεση, 1.
- Χτύπημα και σφύξη σε ολόκληρο τον δεξιό δείκτη, σαν να επρόκειτο να αναπτυχθεί παρωνυχία, διάρκειας πέντε λεπτών (δέκατη έβδομη ημέρα), 1.
ΚΑΤΩ ΑΚΡΑ
- Αδυναμία των κάτω άκρων, τόσο μεγάλη ώστε φοβόταν να περπατήσει (δέκατη τρίτη ημέρα), 1.
- Για μισή ώρα δεν μπορούσε να περπατήσει μόνη της, αλλά έπρεπε να την υποστηρίζουν, 1.
- Ο πόνος στα κάτω άκρα και στην οσφυϊκή χώρα συνεχιζόταν αδιάκοπα επί δύο νύχτες (μετά από έντεκα ημέρες), 1.
- Ο πόνος στα κάτω άκρα επιδεινώθηκε προς το μεσημέρι, αφού είχε παύσει ο πόνος στην οσφυϊκή χώρα, ακόμη και κατά το βάδισμα, 1. [290.]
- Σχιστικό άλγος που εκτείνεται προς τα κάτω και στα δύο κάτω άκρα έως τους άκρους πόδες, το βράδυ, 1.
- Ισχίο.
- Σχιστικό άλγος στην οπίσθια επιφάνεια του δεξιού ισχίου, τις πρωινές ώρες πριν από το μεσημέρι, 1.
- Σχιστικό άλγος στο δεξιό ισχίο, κατά την ανάπαυση και την κίνηση (τρίτη ημέρα), 1.
- Μηρός.
- Αδυναμία του δεξιού μηρού, ακόμη και κατά την καθιστή θέση, χειρότερη κατά το βάδισμα, 1.
- Σχιστικό άλγος στο αριστερό μηριαίο οστό (δωδέκατη ημέρα), 1.
- Πόνος σαν από μώλωπα στον αριστερό γλουτό, χειρότερος κατά το βάδισμα, 1.
- Γόνατο.
- Αίσθημα τάσης στις ιγνυακές κοιλότητες, χειρότερο στη δεξιά, κατά το βάδισμα, 1.
- Σχιστικό άλγος στο αριστερό γόνατο κατά το γνέσιμο· όταν το τέντωσε, έκανε κρότο και βελτιώθηκε, 1.
- Άκρος πους.
- Κρότος στους τένοντες πάνω από την πτέρνα, σε κάθε βήμα (προφανώς στην ποδοκνημική άρθρωση), 1.
- Μούδιασμα του αριστερού άκρου ποδός, το πρωί πριν από την έγερση (ενδέκατη ημέρα), 1. [300.]
- Πολύ παροδικό σχιστικό-νυγμώδες άλγος στο πρόσθιο τμήμα του αριστερού πέλματος, το μεσημέρι, 1.
- Πόνος σαν από εξέλκωση, με σουβλιές στην καμάρα του αριστερού πέλματος, κατά την ανάπαυση και την κίνηση (πέμπτη και έκτη ημέρα), 1.
- Δάκτυλα των ποδιών.
- Νυγμώδες άλγος στο δεξιό μεγάλο δάκτυλο και σχιστικό άλγος στο αριστερό μεγάλο δάκτυλο (τέταρτη ημέρα), 1.
- Μια λεπτή σουβλιά στο αριστερό μεγάλο δάκτυλο, μετά το δείπνο, 1.
- Σχιστικό άλγος στα δάκτυλα του αριστερού ποδιού, τα οποία συσπώνται, επί δύο λεπτά, 1.
- Σχιστικό άλγος στο δεξιό μεγάλο δάκτυλο, το βράδυ πριν ξαπλώσει (δεύτερη ημέρα), 1.
ΓΕΝΙΚΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ
- Αντικειμενικά.
- Τρόμος ολόκληρου του σώματος και αδυναμία των άκρων ποδών, 1.
- Νωθρότητα, αδυναμία, υπνηλία· ανικανότητα για κάθε σοβαρή εργασία, 1.
- Κόπωση, χωρίς καμία τάση για ύπνο, στις 9 P.M. (πέμπτη ημέρα), 2.
- Άκρα αδυναμία· παραπατούσε κατά το βάδισμα· χωρίς θερμότητα ή δίψα, 1. [310.]
- Εξάντληση, στις 9 P.M. (πέμπτη ημέρα), 2.
- Υποκειμενικά.
- Ένα ιδιόμορφο αίσθημα αδιαθεσίας, σαν εξάντληση και κατάπτωση, με ξηρή θερμότητα του δέρματος και πόνους με αίσθημα τραβήγματος στην αριστερή κνήμη και στον αριστερό ώμο, που τον αναγκάζουν να πάει νωρίς στο κρεβάτι το βράδυ (τρίτη ημέρα), 2.
- Αίσθημα σαν από μώλωπες σε ολόκληρο το σώμα, σαν να επίκειται ασθένεια, τις πρωινές ώρες πριν από το μεσημέρι (πρώτη ημέρα), 1.
- Αίσθημα σαν από μώλωπες, το βράδυ αφού ξάπλωσε, ώστε δεν μπορούσε να αποκοιμηθεί, ακολουθούμενο από ελαφρύ ύπνο προς το πρωί, 1.
- Γενικευμένο αίσθημα σαν από μώλωπες μετά την αφύπνιση, ώστε αισθανόταν ανίκανη να σηκωθεί από το κρεβάτι, ιδίως λόγω του αισθήματος στη ράχη και στα άνω άκρα· μετά την έγερση εξαφανίστηκε σταδιακά, αλλά τα άνω άκρα παρέμειναν επώδυνα όλη την ημέρα (δεύτερη ημέρα), 1.
- Δεν μπορούσε να κοιμηθεί τη νύχτα εξαιτίας βίαιης κεφαλαλγίας, πόνου στην κοιλιά, κόπωσης των άκρων ποδών και ιδίως εξαιτίας σχιστικού άλγους στην οσφυϊκή χώρα, το οποίο δεν της επέτρεπε να ξαπλώσει ανάσκελα, 1.
- Πικρή γεύση στο στόμα, πλήρης απώλεια της όρεξης, πίεση στο στομάχι, κοιλιά τεταμένη, κνησμός στη ράχη, 1.
- Αδυναμία των άκρων ποδών, νοσηρό αίσθημα σε ολόκληρο το σώμα, κατάπτωση· ήταν σχεδόν εκτός εαυτού από την αγωνία· νόμιζε ότι θα πεθάνει, με γαιώδες χρώμα του προσώπου, 1.
- Αυτό το φάρμακο αργεί να εκδηλώσει τις επιδράσεις του και κατόπιν δρα ισχυρά· η δράση του διακόπτεται κατά διαστήματα και ανανεώνεται με αυξημένη ένταση, 1.
ΔΕΡΜΑ
- Εξανθήματα.
- Μικρές βλατίδες εδώ κι εκεί σε ολόκληρο το σώμα, που προκαλούν βίαιο κνησμό, 1. [320.]
- Σκληρές κνησμώδεις βλατίδες, σαν μετά από επαφή με τσουκνίδες, που καίνε μετά το ξύσιμο και εξαφανίζονται μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες, το απόγευμα, 1.
- Μια βλατίδα κάτω από τη δεξιά γωνία του στόματος, που καίει όταν την αγγίζει, 1.
- Βλατίδες στην έσω επιφάνεια των αντιβραχίων, που εμφανίζονται μετά τον κνησμό, 1.
- Βλατίδες στη δεξιά πλευρά του πηγουνιού και στην αριστερή πλευρά της μύτης, που προκαλούν κνησμό όταν αγγίζονται· έπειτα από δύο ημέρες εξαφανίζονται, 1.
- Βίαιος κνησμός στη ράχη, που προκαλεί ξύσιμο, μετά το οποίο εμφανίζονται μικρές βλατίδες (πέμπτη και έκτη ημέρα), 1.
- Μικρός ερυθρός λειχήνας στον δεξιό βραχίονα και ένας στο αντιβράχιο, με έντονο κνησμό, επί οκτώ ημέρες (δέκατη τρίτη ημέρα), 1.
- Μια φλύκταινα πίσω από τη γωνία της αριστερής κάτω γνάθου, με πόνο τάσης, 1.
- Αισθήματα.
- Αίσθημα σαν να έρπει κάτι στις άκρες των δακτύλων του αριστερού χεριού, που βελτιώνεται με την τριβή (πρώτη ημέρα), 1.
- Αίσθημα σαν να έρπει κάτι στα τέσσερα δάκτυλα του αριστερού χεριού, που εξαφανίζεται με την τριβή (δεύτερη και τρίτη ημέρα), 1.
- Αίσθημα ότι έρπουν ζωύφια και κνησμός στη ράχη, σαν από παράσιτα, το απόγευμα και το βράδυ, 1. [330.]
- Κνησμός παλαιού λειχήνα πίσω από το δεξιό αυτί (δεύτερη ημέρα), 1.
- Κνησμός στην αριστερή βουβωνική χώρα, που εξαφανίζεται μετά το ξύσιμο, 1.
- Κνησμός στην παλάμη του δεξιού χεριού, που υποχωρεί αργά με την τριβή, 1.
- Κνησμός στα δάκτυλα του δεξιού ποδιού, ο οποίος επανέρχεται μετά το ξύσιμο, 1.
ΥΠΝΟΣ ΚΑΙ ΟΝΕΙΡΑ
- Υπνηλία.
- Συνεχές χασμουρητό, σαν από διαταραχή του στομάχου ή υπνηλία, 1.
- Τάση για ύπνο (δέκατη ημέρα), 2.
- Ακατανίκητη υπνηλία προς το βράδυ, στην οποία δεν μπορούσε να αντισταθεί· επίσης το πρωί κοιμήθηκε περισσότερο από ό,τι συνήθως (πρώτη ημέρα), 1.
- Αϋπνία.
- Δεν μπορούσε να αποκοιμηθεί για πολλή ώρα το βράδυ, κατόπιν ξυπνούσε συχνά, αλλά κοιμήθηκε καλά το πρωί, 1.
- Καθόλου ύπνος έως τα μεσάνυχτα, μετά τα οποία ο ύπνος ήταν ανήσυχος, με συχνές αφυπνίσεις (πέμπτη νύχτα), 2.
- Ύπνος ανήσυχος, ελαφρύς και μόνο προς το πρωί (δωδέκατη ημέρα), 1. [340.]
- Ύπνος ανήσυχος, με συχνές αφυπνίσεις (τρίτη νύχτα), 2.
- Συχνές αφυπνίσεις μετά τα μεσάνυχτα, με εφίδρωση, χωρίς δίψα, 1.
- Συχνά τινάγματα από τρόμο τη νύχτα, χωρίς να ξυπνά εντελώς, 1.
- Όνειρα.
- Νύχτα γεμάτη όνειρα, 1.
- Ύπνος με συγκεχυμένα όνειρα (ενδέκατη νύχτα), 2.
- Ζωηρά όνειρα, 1.
- Ονειρεύτηκε ότι συνάντησε την κόρη της, για την οποία είχε ανησυχήσει πολύ, 1.
- Ονειρεύτηκε ότι επισκέφθηκε την αδελφή της, η οποία ζούσε μακριά, πράγμα που της έδωσε μεγάλη χαρά, 1.
- Ονειρεύτηκε ότι βρισκόταν σε χορό ή συμπόσιο (έκτη νύχτα), 1.
- Ονειρεύτηκε έναν γάμο, στον οποίο ήταν απασχολημένη (πέμπτη νύχτα), 1. [350.]
- Όνειρα με διάφορες γεωργικές εργασίες, γάμους κ.λπ., 1.
- Ηδονικά όνειρα, των οποίων παραμένει ζωηρή ανάμνηση (μετά από έντεκα και δεκαπέντε ημέρες), 1.
- Ονειρεύτηκε ότι δεν μπορούσε να συνοδεύσει τον πατέρα του σε ένα ορισμένο ταξίδι, 1.
- Ονειρεύτηκε ότι δύο άγνωστοι άνδρες πήδηξαν στο ποτάμι, 1.
- Ονειρεύτηκε ότι βρήκε ένα νεκρό παιδί σε κοιμητήριο εκκλησίας, πράγμα που τον γέμισε θλίψη, 1.
- Ονειρεύτηκε ότι το σπίτι ενός γείτονα καιγόταν και δεν μπορούσε να σωθεί, 1.
- Ονειρεύτηκε ληστές στο σπίτι του πατέρα του, 1.
- Ονειρεύτηκε άλογα που θα τον κλοτσούσαν και άλλους κινδύνους, 1.
- Ονειρεύτηκε ότι τον τραυμάτισαν άλογα και επίσης ότι είχε χάσει τον δρόμο του σε ένα μεγάλο δάσος (δέκατη έβδομη νύχτα), 1.
- Αγχώδη όνειρα ότι την καταδίωκαν στρατιώτες και την πυροβόλησαν, από τα οποία ξύπνησε τρομαγμένη· αφού αποκοιμήθηκε ξανά, ονειρεύτηκε ότι έπεσε σε νερό και ξύπνησε πάλι τρομαγμένη, 1. [360.]
- Ονειρεύτηκε ότι κάτι απόκοσμο κινούνταν μέσα στο υπνοδωμάτιό της και ότι ήθελε να πάει σε άλλο δωμάτιο, οπότε ξύπνησε λουσμένη στον ιδρώτα, 1.
- Όνειρο εκνευρισμού, ο οποίος σύντομα μετατράπηκε σε οργή, κατά τη διάρκεια βαθιού ύπνου, και πολλά συγκεχυμένα όνειρα, 1.
- Ονειρεύτηκε ότι πήγαινε σε θέατρο, αλλά δεν μπορούσε να ετοιμαστεί με το ντύσιμό της, και από αυτό ξύπνησε εκνευρισμένη, 1.
- Ονειρεύτηκε ότι είδε κίτρινα ποντίκια, που της προκάλεσαν μεγάλη αποστροφή, 1.
- Ονειρεύτηκε ότι της εμφανίστηκε η νεκρή μητέρα της, 1.
- Ονειρεύτηκε ότι πέθανε ο πατέρας της, ο οποίος βρισκόταν πολύ μακριά, 1.
ΠΥΡΕΤΟΣ
- Αίσθημα κρύου.
- Αίσθημα κρύου όλη την ημέρα, δίψα το απόγευμα (μετά από νέα δόση), 1.
- Αίσθημα κρύου με δίψα, το πρωί μετά την αφύπνιση (πέμπτη ημέρα), 1.
- Κάποιο αίσθημα κρύου το βράδυ, που εξαφανίζεται στο κρεβάτι· χωρίς εφίδρωση το πρωί, 1.
- Ιδιαίτερο αίσθημα κρύου το βράδυ, που εξαφανίζεται όταν ξαπλώνει, χωρίς θερμότητα ή δίψα, επί δύο συνεχόμενες ημέρες· κατά την πρωινή αφύπνιση, εφίδρωση με δίψα, 1. [370.]
- Αίσθημα κρύου όλη τη νύχτα και έως τις 10 π.μ., που μετά τις 9 μειωνόταν σταδιακά και συνοδευόταν από δίψα κατά το προμεσημβρινό διάστημα· το μεσημέρι αναγκάστηκε να ξαπλώσει και στις 3 μ.μ. εμφανίστηκε εφίδρωση, οπότε έληξε ο παροξυσμός, 1.
- Αίσθημα κρύου στην ύπαιθρο, χωρίς δίψα· λιγότερο μέσα στο σπίτι (όγδοη ημέρα), 1.
- Αίσθημα κρύου και θερμότητα εναλλάξ τη νύχτα, την επόμενη νύχτα μόνο αίσθημα κρύου, 1.
- Αίσθημα κρύου με τρεμούλιασμα, μετά τις 7.30 μ.μ.· δεν μπορούσε να ζεσταθεί στο κρεβάτι επί μία ώρα, ιδίως στα πόδια· κατόπιν αυξημένη θερμότητα και προς το πρωί εφίδρωση, όλα χωρίς δίψα, 1.
- Ρίγος το βράδυ, που εξαφανίζεται αφού ξαπλώσει· κάποια εφίδρωση προς το πρωί, 1.
- Έντονο ρίγος με τρέμουλο το πρωί στο κρεβάτι, που εξαφανίζεται αφού σηκωθεί και περπατήσει (τρίτη και τέταρτη ημέρα), 1.
- Έντονο ρίγος με τρέμουλο στις 9 μ.μ., που εξαφανίζεται αφού ξαπλώσει· μετά το ρίγος, δίψα χωρίς θερμότητα, 1.
- Έντονο ρίγος με τρέμουλο σε όλο το σώμα κατά τη διάρκεια της βίαιης κεφαλαλγίας, 1.
- Μέτριο ρίγος με τρέμουλο, διάρκειας μισής ώρας, ακολουθούμενο από θερμότητα που διήρκεσε αρκετές ώρες και κατέληξε σε άφθονη εφίδρωση, στις 8 μ.μ. (ενδέκατη ημέρα), 2.
- Τρεμούλιασμα πάντοτε με δακρύρροια, κατάρροια και βαρύτητα του κεφαλιού, 1. [380.]
- Τρεμούλιασμα που σύντομα μετατράπηκε σε βίαιο, έντονο ρίγος με τρέμουλο και τον ανάγκασε να πάει στο κρεβάτι· μετά από μία ώρα εμφανίστηκε σταδιακά θερμότητα, με κρύα πόδια, η οποία διήρκεσε πολύ, με μεγάλη δίψα, θόλωση στο κεφάλι, συχνή τάση για βήχα και άφθονη ρινική καταρροή· η θερμότητα διήρκεσε έως τα μεσάνυχτα, με μεγάλη τάση για ύπνο αλλά αδυναμία να κοιμηθεί ήσυχα, και ακολουθήθηκε από εφίδρωση που διήρκεσε έως το πρωί και τον ανάγκασε να παραμείνει στο κρεβάτι περισσότερο από το συνηθισμένο· κατά την εφίδρωση, ήρεμος ύπνος· στις 7 μ.μ. (ένατη ημέρα), 2.
- Τρεμούλιασμα που σύντομα μετατράπηκε σε πραγματικό, έντονο ρίγος με τρέμουλο, με κρύα χέρια και πόδια, ώστε αναγκάστηκε να πάει στο κρεβάτι, με ένα ορισμένο αίσθημα αδιαθεσίας· μετά τις 9 μ.μ., το ρίγος μειώθηκε σταδιακά, με άφθονη ρινική καταρροή και ξηρή θερμότητα, με μεγάλη δίψα και φόβο να σηκώσει τα σκεπάσματα· δεν μπορούσε να κοιμηθεί εξαιτίας εσωτερικής ανησυχίας, παρότι ήταν πολύ κουρασμένος και εξαντλημένος· μετά τα μεσάνυχτα, εφίδρωση, οπότε εξαφανίστηκε η δίψα, αλλά συνεχίστηκαν η σύγχυση στο κεφάλι, η ανησυχία και η αϋπνία· μόνο προς το πρωί έπεσε σε ανήσυχο ύπνο, διαταρασσόμενο από όνειρα (έβδομη ημέρα)· κατά το επόμενο προμεσημβρινό διάστημα ήταν κάπως αδιάθετος, η θόλωση του κεφαλιού και η κατάρροια είχαν εξαφανιστεί, με εξαίρεση κάποιον σύντομο, ξηρό, ερεθιστικό βήχα, προκαλούμενο από ερεθισμό στις παρίσθμιες περιοχές (όγδοη ημέρα), 2.
- Αίσθημα κρύου σε όλο το κεφάλι κατά την έμμηνο ρύση (τρίτη ημέρα), 1.
- Κρύα πόδια όλη την ημέρα, παρά το αίσθημα θερμότητας, 1.
- Συχνό τρεμούλιασμα που ανέβαινε κατά μήκος της ράχης, το βράδυ (εικοστή τρίτη ημέρα), 1.
- Θερμότητα.
- Δυσάρεστο αίσθημα ξηρής θερμότητας, στις 9 μ.μ. (πέμπτη ημέρα), 2.
- Όταν ανασηκωνόταν στο κρεβάτι, θερμότητα κάθε λίγα λεπτά, ίλιγγος και εφίδρωση στο μέτωπο, με ερυθρότητα του προσώπου, 1.
- Θερμότητα σε όλο το σώμα χωρίς δίψα, επί αρκετές ώρες, το απόγευμα, 1.
- Άλλοτε θερμότητα, άλλοτε τρεμούλιασμα· άλλοτε ερυθρότητα του προσώπου, άλλοτε ωχρότητα (δωδέκατη ημέρα), 1.
- Αίσθημα αυξημένης θερμότητας στο πρόσωπο, χωρίς αυξημένη ερυθρότητα των παρειών, το απόγευμα (έβδομη ημέρα), 2. [390.]
- Θερμότητα του κεφαλιού, με ψυχρότητα στο υπόλοιπο σώμα, που ανακουφίζεται το απόγευμα, 1.
- Συχνές εξάψεις που ανέβαιναν προς το κεφάλι, φαινομενικά από τον θώρακα, με εφίδρωση στο άνω μέρος του σώματος, κατόπιν πάλι αίσθημα κρύου, και έτσι εναλλάξ έως το βράδυ, 1.
- Θερμότητα και καύσος στο μέτωπο, το απόγευμα, που διαρκούν έως το βράδυ (έκτη ημέρα), 1.
- Εφίδρωση.
- Εφίδρωση το πρωί μετά την αφύπνιση (τέταρτη ημέρα), 1.
- Εφίδρωση το πρωί χωρίς δίψα ή προηγούμενη θερμότητα, επί αρκετά πρωινά (μετά από ένδεκα ημέρες), 1.
- Εφίδρωση και δίψα μετά τα μεσάνυχτα και, μαζί με αυτές, αίσθημα κρύου, 1.
ΣΥΝΘΗΚΕΣ
- Επιδείνωση.
- ( Πρωί ), Ανησυχία κ.λπ.· ίλιγγος· κατά την αφύπνιση, που εξαφανίζεται αφού σηκωθεί, βαρύτητα κ.λπ. του κεφαλιού· ξηρότητα του στόματος κ.λπ.· μετά την αφύπνιση, που εξαφανίζεται μετά το πρωινό, πικρή γεύση· καθάρισμα του λαιμού για αποβολή βλέννας· αφού σηκωθεί, που εξαφανίζεται μετά το πρωινό, δίψα, νυγμοί γύρω από την επιγαστρική χώρα· στο κρεβάτι, πίεση στον θώρακα κ.λπ.· όταν σηκώνεται, τάση στον αυχένα κ.λπ.· στο κρεβάτι, που ανακουφίζεται αφού σηκωθεί, πόνος σαν σχίσιμο στην επιφάνεια του άνω βραχίονα· στο κρεβάτι, που εξαφανίζεται αφού σηκωθεί και περπατήσει, έντονο ρίγος με τρέμουλο· εφίδρωση.
- ( Προμεσημβρινό διάστημα ), Πόνος στους τομείς.
- ( Απόγευμα ), Αίσθημα σαν τρύπημα στην αριστερή πλευρά του κεφαλιού κ.λπ., άφθονη ρινική καταρροή.
- ( Βράδυ ), Αφού ξαπλώσει, οδονταλγία· νυγμοί στο αριστερό υποχόνδριο· διάταση της κοιλιάς· που εξαφανίζεται όταν ξαπλώνει, αίσθημα κρύου.
- ( Νύχτα ), Ναυτία κ.λπ.
- ( Περπάτημα στην ύπαιθρο ), Τσιμπήματα στη δεξιά πλευρά του κεφαλιού.
- ( Μέσα στο σπίτι ), Οδονταλγία· δίψα.
- ( Κατάκλιση ), Ευαισθησία του ινίου κ.λπ.
- ( Κίνηση ), Νυγμοί γύρω από τον ομφαλό.
- ( Ανάπαυση ), Πόνος σαν σχίσιμο στον ώμο.
- ( Καθιστή θέση ), Νυγμοί κάτω από τις πλευρές.
- ( Περπάτημα ), Αδυναμία του μηρού· πόνος στους γλουτούς.
- ( Γράψιμο ), Νυγμοί στον αντίχειρα.
- Βελτίωση.
- ( Στην ύπαιθρο ), Φαίνεται να είναι καλύτερα, 1 , ίλιγγος κ.λπ.· πόνος σαν σχίσιμο στο μέτωπο κ.λπ.· πόνος στο ινίο.
- ( Κίνηση στην ύπαιθρο ), Φαινόταν να ανακουφίζει, 2.
- ( Ενώ είναι ξαπλωμένος ), Αισθάνεται καλύτερα, 1.
- ( Περπάτημα ), Πόνος στους αυχενικούς σπονδύλους.